Χειμώνας με το βλέμμα στην αντλία – Της Τζένης Σουκαρά
Υπάρχει μια πολιτική πραγματικότητα που δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν αριθμό επιδότησης στην αντλία.
Η κυβέρνηση αυξάνει την επιδότηση στο diesel, τα διυλιστήρια δίνουν πρόσθετη έκπτωση και το συνολικό όφελος για το πετρέλαιο κίνησης φτάνει τα 20 λεπτά το λίτρο. Παράλληλα, προαναγγέλλεται νέα παρέμβαση για το πετρέλαιο θέρμανσης, πριν ανοίξει η διάθεσή του στις 15 Οκτωβρίου.
Όλα αυτά είναι συγκεκριμένα μέτρα. Και είναι μέτρα που έχουν πραγματικό δημοσιονομικό κόστος.
Όμως εδώ αρχίζει το πολιτικό ερώτημα.
Αρκεί η κυβέρνηση να ανακοινώνει μια νέα παρέμβαση κάθε δεκαπέντε ημέρες ή χρειάζεται πλέον ένα πιο καθαρό σχέδιο για ολόκληρο τον χειμώνα;
Γιατί η αγορά ενέργειας μπορεί να αλλάζει από μέρα σε μέρα. Το οικογενειακό εισόδημα, όμως, δεν αλλάζει με τον ίδιο ρυθμό.
Ο πολίτης πρέπει να ξέρει πόσο θα πληρώσει για να κινηθεί, πόσο θα κοστίσει η θέρμανση του σπιτιού του και αν η κρατική στήριξη θα υπάρχει και τον επόμενο μήνα.
Και αυτή ακριβώς είναι η δύσκολη πολιτική εξίσωση για την κυβέρνηση.
Από τη μία πλευρά υπάρχει η πραγματικότητα των διεθνών τιμών και οι περιορισμοί του προϋπολογισμού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι υπάρχει δημοσιονομικό περιθώριο για ενίσχυση των εισοδημάτων, αλλά όχι απεριόριστο, ενώ έχει ζητήσει και μεγαλύτερη ευρωπαϊκή δημοσιονομική ευελιξία ενόψει ενός δύσκολου χειμώνα.
Από την άλλη υπάρχει η καθημερινότητα.
Για τον οικογενειάρχη, τον εργαζόμενο που χρησιμοποιεί καθημερινά το αυτοκίνητο, τον επαγγελματία που εξαρτάται από το diesel, η ενεργειακή κρίση δεν είναι ένας πίνακας του υπουργείου Οικονομικών. Είναι το ποσό που θα μείνει στο τέλος του μήνα.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό στοίχημα.
Η κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο από το αν παρεμβαίνει. Κρίνεται και από το αν μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα ασφάλειας.
Η σημερινή πολιτική είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτική άμεσης αντίδρασης: βλέπουμε τις διεθνείς τιμές, υπολογίζουμε το δημοσιονομικό περιθώριο και ανακοινώνουμε την επόμενη παρέμβαση.
Ο πολίτης δεν θέλει μόνο να ακούει ότι «κάτι θα γίνει».
Θέλει να ξέρει τι θα γίνει, για πόσο θα ισχύσει και ποιο μέρος του κόστους θα κληθεί τελικά να πληρώσει ο ίδιος.
Η κυβέρνηση έχει ήδη θέσει ως στόχο η τιμή του πετρελαίου θέρμανσης να διαμορφωθεί κάτω από τα 1,75 ευρώ το λίτρο, ενώ έχει ανακοινώσει ότι η τελική παρέμβαση θα συνδυάζει κρατική στήριξη και συμμετοχή των διυλιστηρίων.
Αυτό όμως είναι ο στόχος.
Η πολιτική ουσία θα φανεί στην τελική τιμή που θα συναντήσει ο καταναλωτής στην αντλία και, κυρίως, στο πόσο θα διαρκέσει η στήριξη.
Γιατί ένας δύσκολος χειμώνας δεν αντιμετωπίζεται μόνο με έκτακτες ανακοινώσεις.
Χρειάζεται σχέδιο.
Χρειάζεται δημοσιονομικός σχεδιασμός.
Χρειάζεται έλεγχος της αγοράς.
Χρειάζεται διαφάνεια στο πώς διαμορφώνεται η τελική τιμή.
Και χρειάζεται μια καθαρή απάντηση στο ερώτημα που θα απασχολήσει εκατομμύρια νοικοκυριά: μέχρι πού μπορεί και μέχρι πότε θα μπορεί να στηρίζει το κράτος;
Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο πολιτικό ερώτημα του φετινού χειμώνα.
Γιατί οι επιδοτήσεις μπορούν να μειώσουν προσωρινά την πίεση. Δεν μπορούν όμως από μόνες τους να λύσουν το πρόβλημα της ενεργειακής ακρίβειας.
Το πραγματικό στοίχημα είναι αν η πολιτεία μπορεί να μετατρέψει την έκτακτη διαχείριση της κρίσης σε μια σταθερή πολιτική προστασίας του εισοδήματος.
Σε έναν χειμώνα που η ίδια η κυβέρνηση προεξοφλεί ως δύσκολο,σε ένα περιβάλλον μεγάλης ακρίβειας , η πολιτική απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η επόμενη πρωθυπουργική ανακοίνωση.
Πρέπει να είναι και ένα σχέδιο που να μπορεί να το καταλάβει και να το υπολογίσει ο πολίτης.