Δύο γυναικοκτονίες σε μία εβδομάδα: Η κοινωνία φωνάζει, το κράτος ακούει; – Tης Τζένης Σουκαρά
Ακόμη συζητάμε αν θα πρέπει αυτά τα εγκλήματα να ονομασθούν “γυναικοκτονίες” ή “ανθρωποκτονίες”
Αυτό είναι το παράδοξο της εποχής μας. Μπορούμε να κάνουμε ατελείωτες συζητήσεις για μια λέξη, αλλά δυσκολευόμαστε να απαντήσουμε στο πιο απλό ερώτημα:
Γιατί δεν καταφέραμε να τις προστατεύσουμε;
Δεν έχω πρόβλημα με όποιον ρωτά τι διαφορετικό έχει μια γυναικοκτονία από μια ανθρωποκτονία. Είναι θεμιτή ερώτηση.
Αλλά υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη συζήτηση.
Όταν μια γυναίκα δολοφονείται από τον άνθρωπο με τον οποίο ζούσε, όταν πριν από το έγκλημα έχουν προηγηθεί απειλές, ζήλια, έλεγχος, ξυλοδαρμός, καταγγελίες ή φόβος, τότε δεν μπορούμε να κάνουμε ότι δεν βλέπουμε το μοτίβο.
Η λέξη δεν είναι το σημαντικότερο. Το μοτίβο είναι.
Και ακόμη περισσότερο: η προειδοποίηση.
Γιατί η βία σπάνια εμφανίζεται από το πουθενά.
Συνήθως αφήνει σημάδια.
Μια απειλή.
Ένα μήνυμα.
Ένας ξυλοδαρμός.
Μια καταγγελία.
Ένας άνθρωπος που δεν αποδέχεται τον χωρισμό.
Ένας άνθρωπος που ελέγχει.
Ένας άνθρωπος που λέει «αν δεν είσαι μαζί μου, δεν θα είσαι με κανέναν».
Εκεί πρέπει να τελειώνει η αδιαφορία.
Εκεί πρέπει να αρχίζει η προστασία.
Γιατί τι νόημα έχει να πούμε σε μια γυναίκα «κατήγγειλέ τον», αν μετά δεν μπορούμε να εγγυηθούμε ότι θα είναι ασφαλής;
Τι νόημα έχει το panic button αν πίσω του δεν υπάρχει ένας μηχανισμός που θα αντιδράσει άμεσα;
Τι νόημα έχει μια καταγγελία αν καταλήξει απλώς σε έναν ακόμη φάκελο;
Και ας είμαστε ειλικρινείς.
Δεν είναι όλοι οι άνδρες βίαιοι. Δεν είναι όλοι οι καβγάδες προάγγελοι εγκλήματος. Δεν χρειάζεται να μετατρέψουμε την κοινωνία σε στρατόπεδα ανδρών και γυναικών.
Χρειάζεται όμως να σταματήσουμε να υποτιμούμε τον κίνδυνο.
Και κυρίως να σταματήσουμε να ρωτάμε τη γυναίκα:
«Γιατί δεν έφυγες;»
Ίσως η σωστή ερώτηση είναι:
«Όταν προσπάθησε να φύγει, ποιος ήταν εκεί για να την προστατεύσει;»
Γιατί η γυναίκα που φοβάται δεν χρειάζεται άλλη μία συμβουλή.
Χρειάζεται κράτος.
Χρειάζεται Αστυνομία που θα αξιολογήσει τον κίνδυνο.
Χρειάζεται Δικαιοσύνη που θα κινηθεί γρήγορα.
Χρειάζεται δομές που θα μπορεί πραγματικά να χρησιμοποιήσει.
Χρειάζεται ανθρώπους που θα την πιστέψουν.
Και χρειάζεται μια κοινωνία που δεν θα περιμένει να τη δει νεκρή για να πει:
«Μα δεν είχαμε καταλάβει ότι κινδύνευε».
Αυτό είναι το πιο ανατριχιαστικό.
Πολλές φορές τα σημάδια ήταν εκεί.
Απλώς δεν τα είδαμε.
Ή δεν τα πήραμε αρκετά σοβαρά.
Και μετά έρχεται η τραγωδία.
Και μετά οι δηλώσεις.
Και μετά τα λουλούδια.
Και μετά η οργή.
Και μετά η σιωπή.
Μέχρι την επόμενη.
Δύο γυναικοκτονίες μέσα σε μία εβδομάδα.
Ας αφήσουμε λοιπόν για λίγο στην άκρη τους όρους και ας μιλήσουμε για τις ζωές που χάνονται μέσα στο ίδιο πλαίσιο..Σε ένα σύστημα που κωφεύει δεν μπορείς να εξηγήσεις άλλο τους όρους και τους στόχους μιας λέξης.
Όμως έδω έχουμε πλέον θέμα.
Μια λέξη μπορεί να περιγράψει ένα έγκλημα.
Δεν μπορεί όμως να το προλάβει.
Η πρόληψη μπορεί.
Η έγκαιρη αντίδραση μπορεί.
Η σοβαρή αξιολόγηση κινδύνου μπορεί.
Η προστασία μπορεί.
Και αν δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα αυτά, τότε ας έχουμε τουλάχιστον το θάρρος να παραδεχτούμε την αποτυχία μας.
Η επόμενη γυναίκα που θα ζητήσει βοήθεια δεν πρέπει να γίνει η επόμενη είδηση. Κανείς όμως δεν της το εγγυάται.
Δεν πρέπει η επόμενη γυναίκα να γίνει αριθμός.
Δεν πρέπει να γίνει όνομα σε μια λίστα.
Πρέπει απλώς να γυρίσει σπίτι της ζωντανή.