“Πολιτικές μανούβρες” του Σπύρου Σταματόπουλου για το ζήτημα του Αντιπεριφερειάρχη Τάσου Γκιολή – Της Τζένης Σουκαρά
Η εικόνα που αναδύεται είναι μιας διοίκησης εμφανώς αμήχανης, που μοιάζει να αντιδρά στα γεγονότα εκ των υστέρων, όταν δεν προλαβαίνει ή δεν έχει υπολογίσει σωστά τον αντίκτυπο και τις επιπτώσεις.
Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επαναφορά στην συνεδρίαση, δώδεκα ημέρες μετά, του ίδιου ζητήματος που είχε ήδη τεθεί κατά τη λογοδοσία: οι ενδεχόμενες νομικές ενέργειες κατά του Αντιπεριφερειάρχη Κορινθίας, Τάσου Γκιολή.
Και αφού τίποτα νέο δεν υπήρξε σε αυτή την αιφνίδια συζήτηση, μπορεί να συμπεράνει εύλογα κάποιος πως το ζήτημα του Αντιπεριφερειάρχη και της ενδεχόμενης μηνυτήριας αναφοράς του Δήμου Σικυωνίων αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο στη διαχείρισή του απ’ όσο αρχικά φαινόταν.
Και αυτό προκύπτει από την έκβαση μιας υπόθεσης η οποία ξεκίνησε με έναν αέρα επικοινωνιακής υπεροχής, με διαρροές προς τα μέσα ενημέρωσης και με μια βεβαιότητα που, εκ των υστέρων, μοιάζει να μην είχε επαρκή βάση …
Γι αυτό και η καθυστερημένη προσπάθεια αναδιατύπωσης της αρχικής στάσης του δημάρχου.
Στην αρχική συνεδρίαση, η σιωπή του ήταν εκκωφαντική. Κανείς δεν διέψευσε, κανείς δεν ξεκαθάρισε επαρκώς στα ερωτήματα της δημοτικής συμβουλου Ελεάνας Κοτσίρη.. Αντιθέτως, η τοποθέτηση του αρμόδιου Αντιδημάρχου Ιωάννη Μυττά άφησε να εννοηθεί ότι οι ενέργειες ήταν προσωπικές.
Προχθές είδαμε η αφήγηση να μεταβάλλεται. Ο Δήμαρχος να δηλώνει πως γνώριζε και πως οι ενέργειες εντάσσονταν στο πλαίσιο των καθηκόντων του αντιδημάρχου.
Αυτή η μετατόπιση δεν μπορεί να εκληφθεί ως απλή διευκρίνιση. Αντιθέτως, γεννά εύλογα ερωτήματα: πρόκειται για αναθεώρηση στάσης υπό πολιτική πίεση ή για εκ των υστέρων κατασκευή μιας συνεκτικής γραμμής;
Η αντίφαση αγγίζει τον πυρήνα της πολιτικής αξιοπιστίας.
Όταν ένας αιρετός, όσους νόμους και να αραδιάζει μέσα στο Δ.Σ. δεν μπορεί σε δυο συνεδριάσεις να απαντήσει με σαφήνεια σε βασικά ερωτήματα, αν δηλαδή οι ενέργειες ήταν προσωπικές ή θεσμικές, τότε το πρόβλημα είναι υπαρκτό και δυσεπίλυτο.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, αξίζει να επισημανθεί και κάτι ακόμη: ο ρόλος της μειοψηφίας του Δημοτικού Συμβουλίου. Με επιμονή και συνέπεια, καταφέρνει να φέρνει στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα, αναγκάζοντας τη Δημοτική Αρχή να εξηγήσει, να ερμηνεύσει και τελικά να ορίσει τις ενέργειές της.
Και ίσως αυτό ακριβώς να εξηγεί και την ένταση των αντιδράσεων του κ. Σταματόπουλου. Όσο πιο αποτελεσματικός γίνεται ο έλεγχος, τόσο πιο εμφανής καθίσταται η δυσκολία διαχείρισης από πλευράς του.
Οι μέθοδοι που πλέον επιλέγονται, ολιγόλεπτες αποχωρήσεις από την αίθουσα του ΔΣ, η μετατόπιση της συζήτησης, οι επιθέσεις προς τη μειοψηφία, η απαξίωση, οι επικοινωνιακοί αντιπερισπασμοί, δεν αποδυναμώνουν την κριτική. Αντιθέτως, μοιάζουν να επιβεβαιώνουν τη δυσχερή θέση στην οποία έχει περιέλθει ο Δήμαρχος.
Χαρακτηριστικό παραδειγμα το σημείο όπου ο δήμαρχος τα βάζει με τον επικεφαλής της μειοψηφίας Δημήτρη Πιστεύο και την δημοτική συμβουλο Ελεάνα Κοτσίρη, μην μπορώντας να απαντήσει επαρκώς στα ερωτήματά τους.
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί με όλα τα παραπάνω εάν τελικώς έχουμε να κάνουμε με μια διοίκηση που δεν είχε σαφή εικόνα των ενεργειών της στο συγκεκριμένο θέμα ή με μια διοίκηση που επιλέγει να προσαρμόζει τη στάση της ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες;
Και στις δύο περιπτώσεις το συμπέρασμα που βγαίνει έχει ταυτότητα. Πρόκειται για διάβρωση της εμπιστοσύνης.