Με αφορμή την συμπλήρωση των 40 ημερών από την ημέρα της εκδημίας του Μακαριστού Επισκόπου Κορίνθου κυρού Διονυσίου σας παραθέτουμε την επικήδεια ομιλία του δικηγόρου Πέτρου Θωμαίδη
Σεβασμιώτατε,
Ελάτε να περπατήσουμε μαζί.
Να περπατήσουμε και να συζητήσουμε.
Να κάνουμε μία από εκείνες τις συζητήσεις που ήταν αποκαλύψεις μιας θεολογίας της μαρτυρίας και όχι θεολογίας του αρχείου.
Και να θυμηθούμε.
Να ξανακούσουμε τον τότε Δήμαρχο Κορινθίων Θωμά Θωμαΐδη να σας υποδέχεται, την ημέρα της ενθρονίσεώς σας, λέγοντάς σας ικετευτικά:
«Ενώστε μας και πάλι Σεβασμιώτατε.
Συγκεντρώστε τους διασκορπισμένους.
Τονώστε τους ολιγοψύχους.
Πιστός λαός εστί πολύς εν τη πόλη ταύτη».
Και μας ενώσατε.
Ειρηνεύσαμε.
Και ως Κορίνθιοι βρήκαμε στο πρόσωπό σας έναν πατέρα με ανοιχτή αγκαλιά και έναν Επίσκοπο με φιλοκαλική αρχοντιά.
Όμως, ας συνεχίσουμε.
Και ας κάνουμε μία πρώτη στάση σε ένα Γραφείο με ένα ράντζο.
Το ράντζο στο οποίο κοιμόσασταν κατά τον πρώτο καιρό της ποιμαντορίας σας στην Αποστολική Μητρόπολη της Κορίνθου.
Μετά τις τιμές της Ενθρόνισης, το πρωτόκολλο του ράντζου.
Και ο Γολγοθάς, συλλογικών τραυμάτων και διαιρέσεων του παρελθόντος.
Να όμως που τα παράθυρα άνοιξαν και μπήκε φως.
Πόσο ξεκουράζει το φως όταν αυγάζει έργα ζωής και ψυχές σε ημέρες Κυριακής.
Ιδού το Επισκοπείο, η Κροκίδειος, το Αρχονταρίκι της Κορίνθου με τον Ναό της Αγίας Φωτεινής και άλλα πολλά.
Κτίσματα και οικοδομήματα εμψυχωμένα και εύγλωττα.
Τοπόσημα της Κορίνθου και ιστορικά αρτοφόρια μνήμης.
Από το πρόσφορο της θυσίας και από το στάχυ της αδιαπραγμάτευτης εκκλησιαστικότητας, νομιμότητας και κανονικότητας.
Το πρόσφορο της καρδιάς που μελίζεται από τη λόγχη της ζέουσας αγάπης, της αγάπης η οποία υπερβαίνει τον ευμετάβολο συναισθηματισμό και από οικτίρμονα σπλάχνα επιείκειας και ενσυναίσθησης εκπηγάζει.
Είσαστε, Σεβασμιώτατε, η πλατιά δοτική καρδιά και εμείς τα κακομαθημένα παιδιά.
Τα παιδιά που ενηλικιώθηκαν στα χέρια σας και πήραν το σπουδαιότερο μάθημα ζωής από την φιλάνθρωπη ανοιχτωσιά σας και από την πίστη, την υπομονή και το «δόξα τω Θεώ» κατά τη περίοδο της πολύ μεγάλης οδύνης και δοκιμασίας σας.
Συγχωρείστε μας Σεβασμιώτατε, γι’ αυτά που δεν νιώσαμε.
Για τις ευαισθησίες σας που δεν συμμεριστήκαμε.
Για τις αυθάδειες μας και τις παρεξηγήσεις της ανεκτικότητάς σας και της φιλόξενης οικειότητας στην οποία είχατε ανυστερόβουλα δοθεί έναντι ακόμη και των μικρών και των ελαχίστων.
Αργήσαμε, μάλλον, να συνειδητοποιήσουμε πόσο αφιερωμένος ήσασταν στην μέριμνα για την Εκκλησία και στην καλή ενώπιον του Κυρίου μας απολογία.
Μακαριώτατε,
Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία,
Μεγαλώσαμε καυχώμενοι για την εμβληματική προσωπικότητα του μακαριστού Παντελεήμονα.
Ευλογηθήκαμε, ωστόσο, να ζήσουμε τη σχέση όχι απλά με μία προσωπικότητα, αλλά με ένα πρόσωπο και πατρικό πρότυπο Επισκόπου που τη ψυχή αυτού έθεσε υπέρ των προβάτων, των προβάτων που ανεπιτήδευτα και καθόλου τυπικά καλούσε με το μικρό τους όνομα.
Επιτρέψτε μας να κρατήσουμε ως φυλακτό την εικόνα εκείνου του ράντζου και τα βάγια που μας μοίρασε φέτος Κυριακή των Βαΐων και να έχουμε σαν προσευχή εκείνο το τελευταίο κήρυγμά του στο Ναό του Αποστόλου Παύλου, μετά από το οποίο τίποτε δεν θα είναι πια το ίδιο στη ζωή μας.
«Δεν εύχομαι σε κανέναν να αρρωστήσει», είπε συγκινημένος και με παλλόμενη φωνή.
«Μέσω όμως της ασθένειας ο Θεός μας βοηθά να καταλάβουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, πως να ζούμε και πώς να αντιμετωπίζουμε τον Δημιουργό μας, τους συνανθρώπους μας αλλά και τον ίδιο μας τον εαυτό. Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα, η Αγάπη. Με αυτές τις σκέψεις κάποιοι από εμάς θα αξιωθούμε να εορτάσουμε την Ανάσταση του Κυρίου μας και με παρρησία θα είμαστε σε θέση να ερωτούμε τον Διάβολο και τον θάνατο με τα λόγια του Αποστόλου μας: “Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου, ᾅδη, τὸ νῖκος;
Και το εκκλησίασμα έκλαιγε.
Και το εκκλησίασμα χειροκροτούσε και εν ενί στόματι και με μιά καρδιά υπέρ της υγείας του Επισκόπου του ευχόταν.
Και τώρα;
Τώρα και πάλι και πολλάκις εύχεται και προσεύχεται: