Στη μνήμη της γιαγιάς Πολυξένης – Του Πέτρου Θωμαϊδη
Με κάνει να παρατηρήσω την Καισάρεια της Καππαδοκίας και από εκεί στην αίθουσα του Μουσείου, που είναι αφιερωμένη στα ορφανά παιδιά,με οδηγεί.Κοιτάζουμε μαζί τις φωτογραφίες.Η συνοδός μου δεν φαίνεται να είναι σε κάποια από αυτές.
Μα ειδικά σε μία, το βλέμμα της σταματά.
Διαβάζουμε μαζί για κάποια ορφανά από την Αρμενία που είχαν βρεί, το 1919, σε μια Μονή της Καισάρειας καταφυγή.Η ίδια δεν ήταν από την Αρμενία,αλλά από την Καισάρεια της Καππαδοκίας.Θα μπορούσε όμως να είναι σε κάποια αντίστοιχη φωτομαρτυρία,έτσι όπως,σ’αυτήν την ηλικία,ορφανή και από τους δυό της τους γονείς,μπορεί ίσως μέσω της ίδιας αυτής Μονής,και με τη συνδρομή του Ερυθρού Σταυρού, ήλθε, με το πρώτο κύμα και πριν το 1922,πρόσφυγας στην Ελλάδα καταλήγοντας στην Κόρινθο.
Και τότε άνοιξαν τα μάτια μου και είδα τη γιαγιά μου Πολυξένη που με είχε φέρει στο Μουσείο της Γενοκτονίας στο Ερεβάν της Αρμενίας για να μου δείξει την αρχή της ιστορίας της,για την οποία δεν είχε μιλήσει ποτέ.
Ποιός ξέρει με πόση βία και με πόσο αίμα είχε μείνει ορφανή;
Γύρισα να την δω και να της πω πως είχα καταλάβει ποιό ήταν εκείνο το κοριτσάκι,μα η γιαγιά Πολυξένη με επανέφερε διακριτικά στο παρόν να διηγηθώ και να κλάψω αφού εκείνη είχε και τα δύο από το τραύμα στερηθεί.