Η γιαγιά μου η Μαρίνα- Της Μαρίνας Παπαδοπούλου
Κι έφευγα αλλά άκουγα κι ακούω ακόμη τις φωνές της – τις αγαπημένες φωνές της. Δεν πήγαινα μακριά. Η Μαμά το ήξερε… Οι παλιές γειτονιές του Πειραιά ήταν σαν να ήταν όλες μία. Και οι οικογένειές των συγγενών ήταν στην ίδια περίπου διάμετρο. Έτσι, φεύγοντας από το σπίτι μου, πήγαινα στη Ζέας και χωνόμουνα σ’ ένα άλλο αγαπημένο σπίτι που με δεχόταν με χαρά, και που δεν με θύμωνε ποτέ κανείς…
Έσπρωχνα την φρακαρισμένη πόρτα που δεν έκλεινε ποτέ και έτρεχα να κρυφτώ στην αγκαλιά της Γιαγιάς μου της Μαρίνας... Αρχόντισσα από τις παλιές αρχόντισσες που λίγο λίγο χανόντουσαν… Η γιαγιά μου φόραγε πάντα μαύρα. Είχε χάσει τον γιο της και θείο μου – αξιωματικό της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων – κι από τότε δεν τα έβγαλε ποτέ.
– Καλώς το Μαρινάκι – με καλωσόριζε. Το ξέρει η μητέρα σου ότι ήρθες ; Δεν περίμενε ποτέ απάντηση γιατί δεν άκουγε καλά, και τράβαγε προς την κουζίνα για να μου καθαρίσει και να μου τηγανίσει πατάτες που ήξερε πως μου άρεσαν. Η αυλή της ήταν γεμάτη λουλούδια, μέσα σε μεγάλες γλάστρες, σε τενεκέδες, σε κουβάδες και σε βαρέλια, όλα πάντα φρεσκοβαμένα και καθαρά.
Το πόσο μου άρεσε να ποτίζω τα λουλούδια της και να πλατσουρίζω στην αυλή της με τα ασπρόμαυρα μεγάλα πλακάκια.
– Έτοιμες κι οι πατατούλες σου, έλα να φας. Παιδιά, δεν έχω ξανάφαει ωραιότερες πατάτες από αυτές της γιαγιάς μου….
– Στάσου να σου φέρω και ψωμάκι με φέτα, και πηγαινοερχότανε στην κουζίνα και μούμφερνε λουκούμια, βανίλια υποβρύχιο, καραμέλες κι ότι άλλο είχε, πάντα είχε…
Μετά από λίγο με πήγαινε στο δωμάτιό της και βάζοντας το δάχτυλό της στο στόμα για να κάνω ησυχία, σήκωνε το μακρύ μαύρο φόρεμα της, κατέβαζε την καλτσοδέτα της, κι έβγαζε ένα μαντηλάκι με χρήματα για να μου δώσει.
Την ίδια κινηση πάντα.
-Πάρε να πας στον Σταϊκο – ψιλικατζίδικο στην Βενιζέλου – και να πάρεις ότι θέλεις…
Μετά έσκυβε και με φιλούσε στο κεφάλι. Και πριν προλάβω να την φιλήσω έμπαινε η αδελφή μου που ήταν πιο μεγάλη από μένα, έδινε της γιαγιάς μας ένα εμαγιέ κατσαρολακι με το φαγητό της μάνας μου και ετοιμαζόταν να με πάρει.
– Εγώ δεν έρχομαι σπίτι μας, δεν θα ξανάρθω ποτέ, φώναζα θυμωμένη.
– Καλά, πάμε τώρα γιατί το απόγευμα θα παίξουμε τα μήλα, έλεγε η αδελφή μου.
– Σιγά που θα έχανα εγώ τα μήλα, χαιρέταγα βιαστικά τη γιαγιά μου κι έφευγα τρέχοντας.
Κι η γιαγιά; Η γιαγιά μας Σταύρωνε με το χέρι της, μέχρι που φεύγαμε από την Ζέας…
Η γιαγιά μου η Μαρίνα, με τα ασημένια γιαλάκια, τα μαύρα ρούχα και τις ωραιότερες τηγανιτές πατάτες που έχω φάει.