Το πρόβλημα του τελευταίου βάτραχου.Toυ Κώστα Τζαναβάρα
Το ανέκδοτο είναι από παλιά γνωστό.
“Ένας ερευνητής, επιδεικνύει το εύρημά του σε συνάδελφο. Βάζει πάνω στο τραπέζι έναν βάτραχο.
Χτυπάει παλαμάκια, πετάγεται ο βάτραχος.
Του κόβει το ένα πόδι. Ξαναχτυπάει παλαμάκια, πετάγεται πάλι ο βάτραχος.
Του κόβει άλλο ένα πόδι. Ξαναχτυπάει παλαμάκια, πετάγεται πάλι ο βάτραχος.
Του κόβει τρίτο πόδι. Ξαναχτυπάει παλαμάκια, πετάγεται πάλι ο βάτραχος.
Του κόβει και το τέταρτο πόδι. Ξαναχτυπάει παλαμάκια, τίποτα ο βάτραχος. Ξανά, τίποτα. Ξανά -ακίνητος ο δυστυχής βάτραχος.
Ανακοινώνει, λοιπόν, το εύρημα: όταν του κόψεις και τα τέσσερα πόδια, ο βάτραχος κουφαίνεται.”
Εκείνο που [λέμε τώρα] είναι σχεδόν άγνωστο, είναι το ευρύτερο περιστατικό, του οποίου τμήμα ήταν το διασωθέν ως διδακτικό ανέκδοτο. Και σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι οποιαδήποτε συνάφεια με περιστατικά της επικαιρότητας, τίθεται στην κρίση του αναγνώστη.
Τα βατράχια, λοιπόν, ήσαν τω ώντι τέσσερα στον αριθμό. Και το περιστατικό με την επίδειξη του όλως επιστημονικού ευρήματος, είχε επαναληφθεί τρεις φορές συνολικά, ενώπιον τριών διαφορετικών συναδέλφων του ερευνητή.
Και απέμενε τελευταίος ο τέταρτος βάτραχος. Παρών πάντα στις επιδείξεις, καταλάβαινε…
Είχε δει και ακούσει τρεις φορές τον εκάστοτε επισκέπτη να σφαδάζει στα γέλια. Και μετά, έβλεπε και το εκάστοτε ερευνητικό δίδυμο να προβληματίζεται. Το πρόβλημα ήταν σοβαρό -πέρα από την πλάκα. Αλλά ο τέταρτος και τελευταίος βάτραχος, δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά.
Δεν μπορούσε να καταλάβει, πρώτον, ότι ο ισχυρισμός “κουφαίνεται” ήταν μαθηματικά ελεγμένος. Η υπόθεση “έχει κουφαθεί, άρα δεν ακούει, συνεπώς γι’ αυτό δεν πηδάει”, δηλαδή, επιβεβαιωνόταν σε κάθε επανάληψη του πειράματος.
Δεν μπορούσε να καταλάβει, δεύτερον, ότι η ένσταση “ακούει, αλλά δεν έχει πόδια να πεταχτεί”, ήταν κι αυτή σωστή μαθηματικά. Τουτέστιν: επιβεβαιωνόταν κι αυτή σε κάθε επανάληψη του πειράματος.
Δεν μπορούσε να καταλάβει, τρίτον, ότι η υπόθεση “ούτε ακούει, ούτε έχει πόδια να πηδήξει”, ήταν κι αυτή σωστή μαθηματικά. Καθότι επιβεβαιωνόταν κι αυτή σε κάθε επανάληψη του πειράματος.
Δεν μπορούσε να καταλάβει, τέταρτον, και σοβαρότερο, ου μην αλλά και δυσκολότερο, τί σημαίνει η παλαιά επιστημονική ντιρεκτίβα: “Μην πιστεύετε στα πειράματα, αν δεν επιβεβαιωθούν από τη θεωρία“. Η επαλήθευση της σωστής υπόθεσης, εν τέλει, είναι θέμα λογικής. Όχι μαθηματικών -σίγουρα.
Δεν μπορούσε να καταλάβει, ακόμη χειρότερα, ότι αυτά που συμβαίνουν εσχάτως στις στατιστικές επιβεβαιώσεις [ήγουν: ουχί απλώς μαθηματικές], είναι να τραβάς τα μαλλιά σου.
Εκείνο που μπορούσε να καταλάβει [το ξανάπαμε;], πάντως, το δυστυχές αμφίβιο, ήταν ότι κινδύνευε σε περίπτωση τέταρτης επίδειξης του προχωρημένου πειράματος. Το καταλάβαινε, το ένοιωθε δηλαδή, καθώς κάτι γαργάλαγε το ένστικτό του.
Δεν μπορούσε να σκεφθεί τίποτα, ακόμη και την ώρα που -φευ!- οι ενστικτώδεις φόβοι του επιβεβαιώνονταν: οι τέσσερεις ερευνητές θα ξανάκαναν το πείραμα……
Το ένστικτό του, όμως, έκανε το θαύμα του: επέβαλε στα αντανακλαστικά του μία άλλη -και σωτήρια- αντίδραση: δεν πεταγόταν.
Διμηνιό 23 Οκτωβρίου 2021
Κώστας Τζαναβάρας
σύμβουλος μηχανικός – συγγραφέας