Η πρώτη σχολική μου τσάντα- Του Αριστοτέλη Καλλή
Η αγαπημένη οικογένεια Καπώλη … Πατέρας ..ο κυρ-Γιωργης, πρακτικος κτηνίατρος όπου όλη η Νεμέα περνούσε για να γιατρεψει τα ζωα της [κυριως άλογα ,μουλάρια, γαιδουρακια ..μετα συγχωρήσεως όπως έλεγαν οι άνθρωποι της εποχής,που τότε καλλιεργούσαν με την βοήθεια τους ολο τον κάμπο] ,μητέρα η φιλόξενη κυρά Ντίνα που μόνιμα ταχτοποιουσε την μεγάλη τους αυλή ,και μετά τα παιδιά,ο μεθοδικός και πρώτος μαθητής Τάκης ο μετ επειτα αριστούχος οδοντίατρος τού Παν/μιου Αθηνών , ο εύχαρις , μεγάλος αθλητής με τις πολλές διακρίσεις Βαγγέλης και μετ έπειτα αστυνομικός στο τμήμα της Ακροπόλεως που όπου και να σ έβλεπε στην Αθήνα έτρεχε να σ εξυπηρετήσει φωνάζοντας απο μακριά.. γείτονααα],και τέλος η Αντωνία πάντα με το χαμόγελο, τον καλό λόγο πού μετ’ έπειτα έγινε νοσηλεύτρια και πού ποτέ δε μου χάλαγε το χατίρι όταν με έβρισκε να παίζω ανέμελος στα σκαλοπάτια τού εστιατορίου .
Μια μάντρα μας χώριζε …η χαρά τους χαρά μας..η λύπη τους λύπη μας… Αυτά τα παιδια, μαζι με τα υπόλοιπα τής γειτονιάς ,τον Νίκο και τον Θόδωρο τον Δαλιβιγκα [αγαπημένα μου ξαδέρφια.. ένας τοίχος μας χώριζε και μ αυτούς, μιας και τα σπίτια μας ηταν οπως το λέγαν τοτε αδερφομοιρια με κοινή στέγη και ξεχωριστή είσοδο ],τη Κική και τον Τάκη τού Μητσόπουλου,τον Βασίλη και την Καίτη του Παρασκευοπουλου, ήταν οι φύλακες άγγελοι μου, μιας και ήμουν ο μικρότερος ολων…
Μου έδιναν λοιπόν την τσάντα τους κι εκείνοι,μου έλεγαν παραμύθια,μου έδιναν να χαζεψω τα βιβλία τους , προσπαθούσαν να με κάνουν να επαναλάβω κατι για να γελάσουν οπως κάνουν συνήθως τα μεγαλύτερα παιδιά για να περνά ευχάριστα η ώρα…Κι ολα αυτά στην γειτονιά μας την Γούβα με τ όνομα..το εμπορικό κάποτε κέντρο τής Νεμέας…με τα πολλά μαγαζιά ,τις ταβέρνες τα καφενεία και τα εστιατόρια.. Έσφυζε απο ζωή η γειτονιά μας…Απ τα μισάνοιχτα παράθυρα άκουγες τραγούδια απ το ραδιόφωνο, σοβαρές συζητήσεις, φωνές των γονιών που παρότρυναν τα παιδιά να φάνε ή να διαβάσουν ή να βοηθήσουν τέλος πάντων στις δουλειές τού σπιτιού..Στην μικρή μας πλατεία πλανόδιοι πωλητές μαναβικής.. παιδιά που έπαιζαν με τις μπίλιες, ποδήλατα , σούστες που μετέφεραν κοφίνια με σταφίδες και ο εκκωφαντικός θόρυβος απ τις πρώτες φρέζες… Μυρωδιές απο τα φαγητά που δραπέτευαν απο τις γρίλιες και σου έσπαζαν την μύτη..κι ενα ατέλειωτο πήγαινε έλα ανθρώπων που θύμιζε παλιές μεταπολεμικές ταινίες τού Ιταλικού κινηματογράφου …. Είχα το προνόμιο να είμαι στην πρώτη γραμμή μιας και το εστιατόριο μας δέσποζε στην μικρή πλατεία.. τετράγωνα τραπεζάκια, φρεσκοπλυμένα τραπεζομάντηλα ανθοδοχεια με κρινακια, ολόλευκα πιάτα ,και μια τεράστια βιτρίνα που πισω της κυριαρχούσαν οι κατσαρόλες με λογής λογής φαγητά που μόσχο μύριζαν….Στο κέντρο τής πλατείας ο μαγικός κόσμος του περιπτέρου τού πάντα καλοδεχτηκου Κώστα Καραμητσου…οι τύχες..τα περιοδικά κρεμασμένα στα μανταλάκια..οι καραμέλες ΙΟΝ πορτοκάλι.. μανταρίνι …Ολα ένα φανταστικό σκηνικό θεάτρου.. με πολλά χρώματα.. πολλά αρώματα.. πολλούς ανθρώπους.. πολλά φώτα.. πολλά αιωρούμενα συναισθήματα που όταν σκοτείνιαζε έβρισκαν απαγκιο στα ζεστά σπίτια γύρω απο ενα τζάκι,μια σόμπα πετρελαίου,ένα μαγκάλι ,κι ενα μικρό ραδιόφωνο που έκανε σεκόντο στις σκέψεις ,στα γέλια στις παιδικές φωνές…Με τα χρόνια ομως όλα άλλαξαν..
Οι άνθρωποι έφυγαν για το μακρινό ταξίδι..τα μαγαζιά έκλεισαν…η σιωπή άρχισε να κυριαρχεί..στα πεζούλια έπαψαν να συναντιούνται οι γιαγιάδες για να πούν τα σοβαρά συμβάντα της ημέρας..τα σπίτια κλείδωσα …η Γούβα..η δική μας Γούβα δεν είναι ίδια..δεν είναι πια εδώ…και η τσάντα… η παλιά τσάντα της Αντωνίας έγινε κι αυτή μέρος μιας ατέλειωτης σιωπής και θλίψης καθώς χάνω την αίσθηση του χρόνου ανάμεσα στις σκόρπιες μαυρόασπρες φωτογραφίες…. καληνύχτα Αντωνία … καληνύχτα παιδιά… καληνύχτα παλιά μου γειτονιά.