Η βία που έχει όνομα και δεν το ψελλίζει κανείς – Της Τζένης Σουκαρά
Φοβάμαι πως όσες φωνές κραυγάζουν, σε λίγο θα αποκάμουν κουρασμένες από την απόλυτη σήψη, την βαρηκοΐα, την έλλειψη θέλησης , την άρνηση να έχει αυτή η βία ονοματεπώνυμο.
Σε μια κοινωνία στην οποία είναι βαθιά ριζωμένη η πατριαρχία δεν μπορούμε να έχουμε απαίτηση και να ελπίσουμε από τις γυναίκες, έτσι απλά, να επαναστατήσουν.
Όταν η γιαγιά έλεγε στη μαμά να μη μιλάει και να κάνει υπομονή για να μη διαλύσει την οικογένεια και εν συνεχεία η μαμά να λέει στην κόρη τα ίδια με μικρές παραλλαγές, η γυναίκα που κακοποιείται εμμένει ενοχικά και μαρτυρικά στην καταδίκη της .
Βλέπεις οι μάνες μας, μπολιάσανε τα κορίτσια τους “με δύναμη και βεβαιότητα στο μισό αφήγημα”. Μας είπαν να σπουδάσουμε, να δουλέψουμε, να έχουμε λεφτά στη τσέπη μας, ως μια μορφή ανεξαρτησίας και απόκτησης σεβασμού. Το δεύτερο μισό του αφηγήματος ούτε καν το ψέλλισαν. Και ήταν αυτό που κτύπαγε καμπανάκι για την ίδια τους τη ζωή.
Υπάρχουν και εκείνοι που θα συμβουλέψουν γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποιητικές συμπεριφορές να φύγουν, να αποδράσουν από τον δυνάστη τους. Μέσα σε αυτές και εγώ. Και επιμένω στην φυγή με όποιο κόστος. Όμως..
Είναι προτροπές λειψές σε μια πολιτεία που δεν έχει πάρει την απόφασή της να στηρίξει το θύμα.
Δεν έχει πάρει την απόφασή της να νομοθετήσει και να δώσει την τιμωρία που αξίζει σε εκείνον που διεπραξε γυναικοκτονία.
Είναι προτροπές κούφιες σε ένα κράτος αποδιοργανωμένο, κουρασμένο και δυσκίνητο.Σε ένα κράτος που έχει χάσει τον αληθινό προσανατολισμό και έχει χάσει το επίκεντρο που είναι ο άνθρωπος , η εξέλιξή του και η ευημερία του.
Είναι προτροπές χωρίς αντίκρυσμα..
Αλλά και δίχως χέρι βοήθειας, δίχως στήριξη ψυχολογική και οικονομική η κακοποιημένη γυναίκα δε μπορεί να κάνει ούτε βήμα. Υπάρχουν δομές που έχουν βοηθήσει πολλές γυναίκες να ξεφύγουν και μπορούν να καλύψουν τη γυναίκα που βιώνει διαφόρων μορφών βία και σε ψυχολογικό και σε νομικό ακόμα και σε πρακτικό πλαίσιο όμως αυτές τις δομές ποιος τις στηρίζει;
Με την έναρξη της θητείας των δημοτικών αρχών, ένα ερώτημα που τίθεται είναι μήπως οι υπάρχουσες δομές επανδρωθούν και αξιοποιηθούν ακόμα περισσότερο.
Διότι εάν μπορέσουμε ως δήμος, ως τοπική κοινωνία, να δημιουργήσουμε ισχυρές δομές, τότε θα σπάμε επί της ουσίας τους κρίκους της αλυσίδας που μας δένει με ένα παρελθόν στο οποίο η γυναίκα πρέπει να υπομένει, να ανέχεται άσχημες συμπεριφορές, να κανακεύει το αρσενικό του σπιτιού μη τυχόν και θυμώσει και αρχίσει και σπάει το σπίτι, να ράβει το στόμα της μη τυχόν το εξαγριώσει και πολλά άλλα.
Και παρά το γεγονός πως όλοι θεωρούσαμε πως ζούμε σε μια κοινωνία πολιτισμένη, με νέους μορφωμένους, με γονείς που πλέον αντιλαμβάνονται πως οι εποχές έχουν αλλάξει, δυστυχώς τα γεγονότα μας προδίδουν και μας εκθέτουν.
Οι γυναικοκτονίες, η έμφυλη βία, η παιδοφιλία, οι βιασμοί, εγκληματικότητα ανηλίκων παρουσιάζουν έξαρση και μας ουρλιάζουν πλέον να λάβουμε μέτρα και ως πολιτεία αλλά και ως κοινωνία.
Θα πρέπει να αναθεωρήσουμε πώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Θα πρέπει να δώσουμε σημασία στα σημάδια και να θεωρήσουμε εαυτούς υπεύθυνους επιτέλους για τους ανθρώπους που μεγαλώνουμε.
Δεν έχω καμία διάθεση για φεμινιστικές κορώνες. Όλοι γνωρίζουν τις θέσεις μου.
Δεν ξέρω τι έγινε και αποσυντονιστήκαμε εντελώς.
Ή αν βγήκαν τα άπλυτά δεκαετιών στη φόρα τώρα.
Εκείνο που με ανησυχεί είναι πως αυτός ο αποσυντονισμός είναι το καλύτερο πεδίο ασυδοσίας κάποιων, οι οποίοι διαχειρίζονται χωρίς έλεγχο τις τύχες μας .
Και αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη τραγωδία μας.