Οι άλλοι μισοί κατηφείς στην αφάνεια – Tου Βασίλη Αικατερίνη
Από τις πρώτες κάλπες της Μεταπολίτευσης έχουμε το υψηλότερο ποσοστό σε αποχή που έχει καταγραφεί: 47,10%. Σε μια χώρα που έχει περάσει και περνά μέσα από ένα ερεβώδες δάσος αλλαγών, πολωτικών κρίσεων, κοινωνικών αναταραχών, δημοσιονομικών ανεπαρκειών, όταν ο μισός πληθυσμός αποστασιοποιείται απαθώς στο περιθώριο, βολεμένοι στον εφήμερο εφησυχασμό τους, το πολυπόθητο καθολικό φως μέσα απ’ τις τροπικές σκιές δεν πρόκειται να φτάσει ποτέ. Γιατί επέλεξαν ν’ απέχουν πάνω από τεσσερισήμισι εκατομ. πολίτες; Τόσο σίγουροι ήταν για το αποτέλεσμα; Έκριναν μη αναγκαία τη συμμετοχή τους; Υποβάθμισαν την ψήφο τους; Στρατεύτηκαν υπέρ μιας σιωπηρής διαμαρτυρίας; Ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν έτσι ώστε να αποκατασταθεί το όνομα ενός πολιτεύματος που κλυδωνίζεται στην ίδια του τη μήτρα.
Το ελλειμματικό κομμάτι της μετεκλογικής πίτας δείχνει: α) πως οι δύο εκατομ. ψηφοφόροι απ’ τους δέκα εξέλεξαν την κυβέρνηση, β) χάριν σε διακόσιες χιλιάδες ψήφους οι Σπαρτιάτες, αδελφοποιτοί με τη Χρυσή Αυγή, κατάφεραν να μπουν, πέμπτο κόμμα, στη Βουλή, γ) τα παρακλάδια της ακροδεξιάς έγιναν τρία πια, περισσότερα όσα ποτέ, διχοτομημένα και αλληλοσυνδεόμενα που κονταροχτυπιούνται μέσα σ’ έναν κυκεώνα τενεκεδένιων διαφοροποιήσεων.
Η επιπρόσθετη δυναμική του 47% ίσως να μην άλλαζε εντελώς όλο το προσκήνιο το βράδυ της Κυριακής, σύμφωνοι. Σημαντικές διαφοροποιήσεις όμως, όσο και να διαιρούνταν, θα ήταν σίγουρο πως θα σημειώνονταν. Η ουσία που παραμένει είναι πως οι φωνές αυτές θα έβρισκαν ένα αντίκρισμα, μια αστείρευτη δεξαμενή για να διοχετευτούν, εγκλωβισμένοι στην παγωμένη λίμνη της αδράνειας. Τι συνεπάγεται για εκείνους η επόμενη μέρα;
Το τοπίο της αποχής είναι ακόμη σκοτεινότερο απ’ ό,τι δείχνει. Μαρτυρά μια δομική ανεπάρκεια που ακυρώνει και κάνει να φυτοζωεί το ιδανικό της ψήφου, πετιέται το δώρο της προσωπικής έκφρασης και αμιγούς άμυνας απέναντι σε κάθε είδους πολιτικών θηριωδιών, ατονεί και νοσεί ο βασικός πυρήνας συλλογικών προσπαθειών για σταθεροποίηση· διότι δεν την επιζητά μόνο μια κυβέρνηση, χρειάζεται να χτίσει πάνω σ’ αυτή δεχούμενη την εντολή από μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται πρώτα απ’ όλα από ατσάλινη συνοχή.