• NEWSROOM
  • LATEST NEWS
    • LATEST NEWS
    • ΕΛΛΑΔΑ
    • ΥΓΕΙΑ
    • ΠΑΙΔΕΙΑ
    • ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
    • ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
    • ΚΟΣΜΟΣ
  • ΑΠΟΨΕΙΣ
    • ΑΠΟΨΕΙΣ
    • Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ
    • ΕΓΡΑΨΑΝ
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • VIDEOS
  • LIFE PLUS
    • LIFE PLUS
    • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
    • STORIES
    • ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ
    • PODCAST
    • ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

  • NEWSROOM
  • LATEST NEWS
    • ΕΛΛΑΔΑ
    • ΥΓΕΙΑ
    • ΠΑΙΔΕΙΑ
    • ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
    • ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ
    • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
    • ΚΟΣΜΟΣ
  • ΑΠΟΨΕΙΣ
    • Η ΑΠΟΨΗ ΜΑΣ
    • ΕΓΡΑΨΑΝ
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
  • VIDEOS
  • LIFE PLUS
    • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ
    • STORIES
    • ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ
    • PODCAST
    • ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Τα ρόδια της ελπίδας – Διήγημα του Παύλου Καράγιωργα

  • February 12, 2023
  • Posted in ΕΓΡΑΨΑΝ
  

Όπως κάθε απόγευμα. Την ίδια ώρα.Την ίδια ώρα χρόνια τώρα στην ίδια πλατεία. Έκανα  κρύο πολύ. Οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα κι έμπαιναν στα σπίτια τους για να ζεσταθούν. Το εργοστάσιο που δούλευε ο Κοσμάς είχε πολλά αυτοκίνητα  και όποιο  τύχαινε εκείνη την ώρα που σχόλαγε η βάρδιά του, έμπαινε  μέσα και γύριζε για το σπίτι Η μοναξιά τον είχε κάνει σκληρό. Είχε πάντα το ίδιο πρόγραμμα. Δουλειά στο εργοστάσιο και μετά στο σπίτι για ξεκούραση.

Σήμερα ο Κοσμάς μόλις κατέβηκε στην πλατεία πέρασε για λίγο από το μαγαζί της γειτονιάς, πήρε ένα μπουκάλι οινόπνευμα και έφυγε  γρήγορα..

Έβρεχε  αλλά ούτε που καταλάβαινε τη βροχή. Ο Κοσμάς ήτανε άρρωστος. Μπήκε  γρήγορα  στο μικρό δωματιάκι που του είχε παραχωρήσει  το εργοστάσιο στη γερμανική πόλη, έβγαλε μόνο γρήγορα τα βρεγμένα του παπούτσια , ξάπλωσε  στο κρεβάτι και κουκουλώθηκε με όσες κουβέρτες είχε. Κρύωνε, έτρεμε σύγκορμα. Ήθελε να τριφτεί με το οινόπνευμα, αλλά δεν μπορούσε ούτε τα μάτια του ν΄ανοίξει. Είχε πυρετό.  Ούτε όμως  να κοιμηθεί μπορούσε. Σκεφτότανε πως θα ξημερώσει και πως θα πάει για δουλειά το πρωί στα χάλια  που ήτανε.

Δεν ήθελε  να λείψει από το εργοστάσιο. Τα πράγματα δεν ήταν όπως τα πρώτα χρόνια που οι Γερμανοί είχαν ανάγκη τους  ξένους εργάτες.  Μέσα στην παραζάλη του σκέφτηκε την επιταγή που έστειλε στην οικογένεια του. Ένιωσε για λίγο ευχαριστημένος. Ο Παντελής μου θα μεγάλωσε , ψιθύρισε κάποια στιγμή. Στη συνέχεια δεν κατάλαβε πως, αλλά φώναξε, ξαναφώναξε δυνατά αρκετές φορές. Ο Παντελής μου μεγάλωσε. Ο Παντελής μου μεγάλωσε. Τον αγαπούσε τον Παντελή  γιατί είχε το όνομα του πατέρα του. Τα μάτια του βούρκωσαν .

Θυμήθηκε τη γυναίκα του. θυμήθηκε το μικρότερο γιό του που ήταν αβάπτιστος. Θυμήθηκε  τη δόλια τη μάνα του που είχε καμπουριάσει από τα βάρητα της ζωής. Μετά πέρασε από το μυαλό του η φυσιογνωμία της αδερφής του της Ελένης που ήταν ανύπανδρη και δεν είχε δουλειά στο χωριό. Το καλοκαίρι αργεί, ψιθύρισε. Προσπάθησε να κοιμηθεί, μα δεν τα κατάφερε. Μετά, σαν να άκουσε χτυπήματα στη πόρτα. Μα ποιος να είναι;  Εγώ δεν περιμένω  κανέναν, σκέφτηκε. Σηκώθηκε γρήγορα, τυλίχτηκε σε μια κουβέρτα, άναψε το φως και ρώτησε.

-Ποιος είναι;

-Ένας συνάδελφος σου. Αν θέλεις άνοιξε.

Ο Κοσμάς άνοιξε τη πόρτα και ο παράξενος επισκέπτης τον καλησπέρισε, του ΄δωσε το χέρι και πέρασε μέσα. Για τον Κοσμά ο συνάδελφός του δεν ήταν ούτε γνωστός ούτε τελείως  άγνωστος. Του είπε κι αυτός καλησπέρα , του ΄δωσε το  χέρι και του ΄δειξε την καρέκλα να καθίσει.  Αφού πέρασε κάποια στιγμή αμηχανίας, ο επισκέπτης είπε:

-Δεν ξέρω αν έκανα καλά και ήρθα. Πίστεψέ με πως σήμερα ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω μαζί σου.                                                                            Ο Κοσμάς δεν πρόλαβε να μιλήσει. Μόνο έκανε  μια κίνηση να βγάλει από πάνω του την κουβέρτα. Τότε κατάλαβε ο ξένος πως  κάτι δεν πάει καλά με την υγεία του Κοσμά και ρώτησε:

-Κρυώνεις;

 

-Ναι, είπε ο Κοσμάς, κρυώνω. Έχω κάμποσες μέρες που δεν νιώθω καλά.                                                                                                                            -Τότε να φύγω, είπε ο επισκέπτης και σηκώθηκε. Όμως ο Κοσμάς του έκανε νόημα να καθίσει.                                                                                      – Δεν είναι η πρώτη φορά που κρυώνω, είπε ο Κοσμάς. Πιστεύω πως σε κάνα  δύο μέρες να γίνω καλά.                                                                   – Ξέρεις,  σε βλέπω κάθε μέρα μέσα στο λεωφορείο και στο εργοστάσιο.  Ο Κοσμάς κατάλαβε  πως πραγματικά του ήταν γνωστός.                           – Κι εγώ θυμάμαι. Σε βλέπω συχνά.    Δουλεύεις χρόνια εκεί;

-Αρκετά χρόνια.

– Πρώτα που δούλευες;

-Σ΄ένα άλλο εργοστάσιο που βγάζει όπλα, είπε ο επισκέπτης.

Επικράτησε κάποια αμηχανία. Και οι δύο μιλούσαν γερμανικά αλλά από τη προφορά του λόγου κατάλαβαν πως δε είναι γερμανοί. Ο επισκέπτης κοίταξε τους τοίχους του δωματίου. Τα μάτια του σταμάτησαν σε μια έγχρωμη αφίσα που έδειχνε ένα μικρό παιδί να βάζει ένα γαρίφαλο στο όπλο που κρατούσαν τρία στρατιωτικά χέρια.

Έδειξε ότι του άρεσε. Το πρόσωπό του γέμισε φως.   Ο Κοσμάς τον παρακολουθούσε. Δεν ήξερε  όμως τι να πει. Σκέφτηκε για μια στιγμή ότι μπορεί να  έχει άσχημα ξεμπερδέματα.

Όταν όμως είδε το πρόσωπο του επισκέπτη γεμάτο φως ρώτησε:

– Σου αρέσει η αφίσα;

– Ναι μου αρέσει πολύ.

– Μου την έστειλαν από την πατρίδα μου είπε ο Κοσμάς.

 

Τότε το πρόσωπο του επισκέπτη φωτίστηκε περισσότερο. Ο Κοσμάς έβαλε σε δύο ποτηράκια, ελληνικό ρακί έδωσε  στον επισκέπτη και ήπιαν ο ένας στην υγεία του άλλου. Τους άρεσε . Ήπιαν από κάνα δυο ποτήρια ακόμα και λύθηκε η γλώσσα  τους.

-Εμένα με λένε Τσελίν και είμαι Τούρκος , είπε ο επισκέπτης.

-Εμένα με λένε Κοσμά, και είμαι Έλληνας.

-Με συγχωρείς για την ενόχληση, είπε ευγενικά ο Τσελίν και σηκώθηκε να φύγει.                                                                                                            -Σ΄ευχαριστώ για την επίσκεψη, είπε ο Κοσμάς.

-Γκουτ Νάχτεν είπαν και οι δύο, έδωσαν τα χέρια κι έφυγε ο Τσελίν.

 

Ο Κοσμάς έκλεισε την πόρτα. Ήπιε ένα ακόμα ποτήρι ρακί και ξάπλωσε. Τώρα δεν κρύωνε.                                                                              Κοιμήθηκε.    Σε λίγο ξημέρωσε καινούρια μέρα.

Όταν πήγε ο Κοσμάς στη στάση του λεωφορείου είδε αμέσως το βραδινό επισκέπτη. Ένιωσε πως έχει ένα γνωστό του. Σε αντίθεση με την παγωνιά που επικρατούσε , αυτοί χαιρετήθηκαν εγκάρδια.

Καθίσαν μαζί στο κάθισμα του λεωφορείου, όταν ήρθε η ώρα για το φαγητό  σμίξανε πάλι και φάγανε παρέα.                                                              Μίλησαν για το αν θα κάνουνε υπερωρία.    Συμφωνήσανε να φύγουνε από το εργοστάσιο στις  5 η ώρα το απόγευμα.                                                   Στο γυρισμό πάλι μαζί καθίσανε στο λεωφορείο. Όταν κατέβηκαν στην πλατεία, ο Τσελίν είπε στον Κοσμά να πάνε μαζί στο δικό του σπίτι.    Ο Κοσμάς συμφώνησε.

Οι δύο εργάτες,  περπάτησαν μαζί. Πέρασαν έξω από το δωμάτιο του Κοσμά και στα εκατό περίπου μέτρα ο Τσελίν άνοιξε την πόρτα του δικού του δωματίου και χαμογελώντας έδειξε στον Κοσμά να περάσει πρώτος.  Ο Κοσμάς μπήκε μέσα και ρίχνοντας μια ματιά ένα γύρω κατάλαβε πως  το σπίτι του Τσελίν ήταν ίδιο με το δικό του. Δηλαδή  ένα μικρό δωμάτιο με ένα κρεβάτι. Στο βάθος είχε μια μικρή κουζίνα  κοινόχρηστη όπως και το μπάνιο.  Ο Τσελίν έδωσε στον Κοσμά να καθίσει στη μοναδική καρέκλα που είχε ενώ ο ίδιος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Έδειχναν και οι δύο ευχαριστημένοι από τη γνωριμία τους.                                                                                                              Σε λίγο ο Τσελίν έφερε ποτό για να πιούνε.

-Αυτό Κοσμά είναι από τη δικιά μου πατρίδα. Πιες άφοβα. Το έχουν φτιάξει οι γονείς μου . Μύρισε το να δεις.                                                         Ο Κοσμάς ήπιε. Του άρεσε. Νόμιζε πως  έπινε από το δικό του. Ήπιαν και δεύτερο και τρίτο.                                                                                      -Πως σου φάνηκε Κοσμά; Είναι βαρύ;

-Όχι είναι καλό. Είναι θαυμάσιο. Σε ευχαριστώ για την φιλοξενία.

Ο Κοσμάς σηκώθηκε να φύγει. Ο Τσελίν όμως τον παρακάλεσε  να καθίσει να φάνε μαζί.                                                                                                      -Ευχαριστώ, πολύ Τσελίν θα μείνω.

Και οι δύο μαζί ετοίμασαν  το φαγητό και τρώγοντας κουβέντιαζαν.

– Ο παστουρμάς σου Τσελίν είναι φτιαγμένος για πολύ ρακί.

-Αυτές τις μέρες μου το στείλανε οι δικοί μου.

– Είσαι παντρεμένος Τσελίν;

-Όχι. Έχω μόνο τους γονείς μου. Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα με λίγα χρήματα, να τους ξεκουράσω και μετά να παντρευτώ.

 

Ο Τσελίν είπε μετά πως πολύ θα ήθελε να μιλούσαν την ίδια γλώσσα γιατί είναι γείτονες και μοιάζουν σε πολλά.                                                      -Δεν τα μπορώ τα γερμανικά , είπε ο Κοσμάς.

Είπανε κι άλλα πολλά.

Ο Κοσμάς έφυγε χαρούμενος.

Ο Τσελίν έγραψε στο ημερολόγιο του για την γνωριμία του με τον Κοσμά τον Έλληνα.                                                                                                          Σε όλα τα χρόνια που δουλεύω στη Γερμανία, αυτές  οι δύο μέρες θα μου μείνουν αξέχαστες. Γνώρισα  έναν Έλληνα που τον λένε Κοσμά. Δουλεύουμε στο ίδιο εργοστάσιο.  Μένουμε κοντά ο ένας στον άλλο. Συμφωνούμε όταν κουβεντιάζουμε για τη ζωή. Έχουμε τα ίδια όνειρα.  Κι αυτόν όπως κι εμένα   τον περιμένουν οι δικοί του. Αυτός είναι παντρεμένος. Έχει και δύο παιδιά. Το ρακί που ήπιαμε χτες στο σπίτι του μύριζε όπως το δικό  μου που ήπιαμε σήμερα εδώ. Φαίνεται πως η μάνα γη δεν κάνει καμιά διάκριση στα ελληνικά και τα τουρκικά σταφύλια. Έχουν το ίδιο άρωμα. Ντροπή σ΄αυτούς που μας κάνουν εχθρούς.

Το άλλο βράδυ στο σπίτι του Κοσμά οι δύο φίλοι φάγανε μαζί.  Εκεί μιλήσανε για το κύμα βίας που  είχε  ξεσπάσει σε βάρος των ξένων εργατών. Μιλήσανε για τον πόλεμο και την ειρήνη και συμφωνήσανε ότι τον πόλεμο τον κάνουν οι έμποροι των όπλων και ότι άδικα σκοτώνονται οι λαοί.

Έκαναν αρκετό καιρό παρέα. Έτσι περνούσε ο καιρός, μέχρι που κάποιο πρωινό στο εργοστάσιο ένας Γερμανός υπάλληλος φώναξε τον Κοσμά στο γραφείο. Κι εκεί ο προϊστάμενος του έδωσε ένα τηλεγράφημα. Ο Κοσμάς το πήρε, το άνοιξε γρήγορα και διάβασε τη θλιβερή είδηση που τον συγκλόνισε.

 

-ΚΟΣΜΑ ΕΛΘΕ ΤΑΧΙΣΤΑ. ΠΑΤΕΡΑΣ ΑΠΕΒΙΩΣΕ.

Έριξε μια ματιά στους Γερμανούς του γραφείου που τον παρακολουθούσαν, μετά έσφιξε στα χέρια του το χαρτί, τους ευχαρίστησε κι έκανε να φύγει, όταν ο προϊστάμενος του γραφείου τον ρώτησε τι του συμβαίνει. Ο Κοσμάς βουρκωμένος τους εξήγησε και τους ρώτησε στη συνέχει αν μπορούν να του κλείσουν  θέση με ο πρώτο αεροπλάνο για να γυρίσει στην Ελλάδα.                                                                              -Μπορούμε. Μείνε ήσυχος, του είπε ο προϊστάμενος.

–Ευχαριστώ πολύ είπε ο Κοσμάς κι έτρεξε στο φίλο του τον Τσελίν. Του έδειξε το τηλεγράφημα κι αυτός τον αγκάλιασε, τον φίλησε και του είπε:

-Ο Αλλάχ να  αναπαύσει την ψυχή του πατέρα σου, φίλε Κοσμά. Λυπάμαι πολύ.

Δάκρυσαν και οι δύο.

-Θα πας, Κοσμά;

-Ναι, φεύγω αμέσως Τσελίν.

Σε λίγο βγήκαν και οι δύο από το εργοστάσιο.

-Κοσμά,  κουράγιο, του έλεγε και του ξανάλεγε ο Τσελίν.

Οι δύο φίλοι πήγαν μαζί και στο αεροδρόμιο. Εκεί πληροφορηθήκανε ότι η πτήση μα την οποία θα έφευγε ο Κοσμάς είχε  κάποια καθυστέρηση.  Είπαν πολλά για τις οικογένειές  τους και οι δύο. Διαπίστωσαν πως τα χωριά τους δεν ήταν πολύ μακριά το ένα από το άλλο. Μόνο το ποτάμι του Έβρου τους χώριζε.

-Φίλε, με όλο το θάρρος  που έχω, είπε σε κάποια στιγμή ο Τσελίν, σε παρακαλώ να μου κάνεις  μια χάρη.                                                                  -Αν μπορώ να σου φανώ χρήσιμος, είμαι στη διάθεσή σου Τσελίν.

Πες μου τι μπορώ να κάνω για σένα;

 

Ρώτησε ο Κοσμάς προσέχοντας τα μάτια του φίλου του που είχαν  δακρύσει πάλι.

-Ναι, θέλω, αν σου είναι δυνατό, όταν σου μείνει λίγος χρόνος, να πας και στο δικό μου το χωριό. Θέλω να γνωρίσεις τους γονείς μου.              – Ναι, θα πάω φίλε, του είπε ο Κοσμάς και αμέσως ο Τσελίν του έδωσε ένα χαρτί με τη διεύθυνση του σπιτιού του. Μετά του έδωσε μια φωτογραφία  του  και μερικά χρήματα για να τον πιστέψουν οι δικοί του .

-Σε παρακαλώ Κοσμά, κάνε μου τη χάρη και δώστα στους γονείς  μου.                                                                                                               -Μείνε ήσυχος, Τσελίν , θα πάω οπωσδήποτε.

-Ευχαριστώ φίλε, ευχαριστώ, είπε συγκινημένος ο Τσελίν και του πήρε από τα χέρια  τη βαλίτσα για να τη μεταφέρει στο μικρό αυτοκινητάκι του αεροδρομίου.

Ήταν όλα έτοιμα  για την αναχώρηση του Κοσμά. Οι δύο φίλοι χαιρετήθηκαν εγκάρδια, αγκαλιάστηκαν, κοιτάχτηκαν για αρκετή  ώρα στα μάτια και αφού  φιλήθηκαν σταυρωτά, Ο Κοσμάς μπήκε στο αεροπλάνο της γερμανικής εταιρείας και χάθηκε στους αιθέρες. Μετά γύρισε στο σπίτι του. Δεν είχε όρεξη για τίποτα. Ο νους του πότε πήγαινε στον Κοσμά και πότε στους  γονείς του.                                                                                         -Θα χαρούν πολύ οι δικοί μου, σκεφτότανε, μόλις δούνε τον Κοσμά.                                                                                                                           Μετά πάλι θυμότανε τις  ατέλειωτες βόλτες που έκανε παρέα με τους γονείς του δίπλα στο μεγάλο ποτάμι. Περνούσανε  κάτω από δύο σειρές με πανύψηλα αλμυρίκια και ο πατέρας του έκοβε πάντα ένα κλωνάρι και το έδινε στη μάνα του να  κρατάει στα χέρια της , να το μυρίζει και να απολαμβάνει το άρωμα  του. Η μάνα του τον ευχαριστούσε και του έλεγε πως ονειρεύεται ο Τσελίν με  την αγαπημένη του  να κάνουν στο ίδιο μέρος ήρεμα τις βόλτες τους.

Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκε ο Τσελίν.

Ο Κοσμάς όταν έφτασε στο χωριό του έπεσαν πάνω  του η γυναίκα του, η μάνα του, τα παιδιά του, η αδερφή του, οι φίλοι του και σχεδόν όλοι οι χωριανοί του.  Ο Κοσμάς έκλαιγε. Μαζί του έκλαιγαν όλοι. Δεν είχε προλάβει την κηδεία.

Αμέσως πήγε μαζί με τους δικούς του στο φρεσκοσκαμμένο τάφο  του πατέρα του .  Έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μετά γονάτισε κι άφησε λίγα αγριολούλουδα. Γυρίζοντας στο πατρικό του σπίτι κι αφού έμεινα μόνο οι άνθρωποι της οικογένειας έμαθε όλα τα νέα του χωριού.

Οι δικοί του των ρωτούσαν για τη  Γερμανία. Τον  ρωτούσαν για τη δουλειά του. Αυτός τους είπε πως η ζωή είναι δύσκολη. Κάνει υπομονή και σε λίγα χρόνια θα γυρίσει για πάντα κοντά τους. Ο γιός του ο Παντελής τον ρώτησε αν πήρε την αφίσα που του έστειλαν.

-Την πήρα, παιδί μου, του ΄πε και του έδωσε ένα φιλάκι.    Μετά θυμήθηκε τον φίλο του τον Τσελίν και τους είπε ότι κάνει παρέα με έναν Τούρκο εργάτη που δουλεύουν μαζί στο εργοστάσιο και μένουν πολύ κοντά στα σπιτάκια που τους έχουν παραχωρήσει.  Οι δικοί του παραξενεύτηκαν  και μάλιστα ο μικρός Παντελής ρώτησε.

-Μπαμπά, δηλαδή εσύ δεν φοβάσαι;

– Όχι   παιδί μου.  Και αυτός εργάτης είναι. Εμείς που δουλεύουμε δεν έχουμε καμία διαφορά μεταξύ μας. Ο ιδρώτας μας βγαίνει από κούραση και έχει την ίδια μυρωδιά.

-Όμως μπαμπά, η δασκάλα στο σχολείο μας είπε ότι οι Τούρκοι δεν είναι Χριστιανοί.                                                                                                          -Καλά σας είπε αγόρι μου. Στο κόσμο υπάρχουν εκατοντάδες θρησκείες. Και ο κάθε λαός όπως και ο κάθε  άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστεύει όποια  θρησκεία θέλει.

Τις μέρες που έμεινε στο χωριό του Ο Κοσμάς κουβέντιασε με πολλούς συγχωριανούς του. Ορισμένοι τον ρωτούσαν αν δουλεύει με κάποιον δικό τους στη περιοχή εκείνη. Ο παπάς τον ρώτησε αν υπάρχει εκεί στη πόλη εκκλησία της  ορθοδοξίας.  Ένας νεαρός τον ρώτησε αν η πόλη έχει ομάδα ποδοσφαίρου και καλό  στάδιο.  Ο Κοσμάς απαντούσε με ηρεμία  για όσα ήξερε.

Όταν έφτασε η μέρα της αναχώρησης, όλοι δάκρυσαν. Από βραδύς   πήγαν μαζί στο νεκροταφείο όπου ο Κοσμάς αποχαιρέτησε τον πατέρα του ανάβοντας το καντήλι στον τάφο του.  Μετά κάθισε αρκετή ώρα με τη μάνα του  που ήταν απαρηγόρητη.

Φίλησε τα παιδιά του και τους είπε να είναι καλοί με τη μητέρα τους. Το πρωί  ήπιανε με τη γυναίκα του  τον καφέ τους και μετά όλοι η  οικογένεια  τον κατευόδωσαν  μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Εκεί η μάνα του τον έσφιξε στην αγκαλιά της, τον φίλησε και τήρησε το παλιό έθιμο του χωριού:  του έδωσε ένα μεγάλο ρόδι στο χέρι και του είπε:

-Καλή τύχη, παιδί μου.

-Ευχαριστώ, μητέρα.

-Η χαρά του ροδιού να σε συντροφεύει πάντα, παιδί μου.

–Ευχαριστώ, μητέρα, είπε ο Κοσμάς και τις φίλησε το χέρι.

 

Ύστερα τον φίλησαν τα παιδιά του και του είπαν να γυρίσει γρήγορα κοντά τους.  Η αδερφή του η Ελένη τον φίλησε και ο Κοσμάς της είπε πως θα της τηλεφωνήσει πολύ σύντομα. Τελευταία αγκάλιασε τη γυναίκα του Άννα. Τη φίλησε αρκετές φορές, την κοίταξε για λίγο στα μάτια και γλίστρησε απότομα από την αγκαλιά της γιατί το λεωφορείο είχε φτάσει.

Έτσι ξεκίνησε το ταξίδι της επιστροφής και νωρίς το απόγευμα έφτασε στη γέφυρα του Έβρου. Μετά τον έλεγχο του διαβατηρίου  του πέρασε στο έδαφος της Τουρκίας και προτού νυχτώσει , ρωτώντας βρέθηκε έξω από το σπίτι του Τσελίν.

Ο Κοσμάς κρατούσε στα χέρια του λίγα λουλούδια, ένα κουτί με γλυκά και τη φωτογραφία του Τσελίν. Χωρίς να διστάσει καθόλου χτύπησε την πόρτα και αμέσως του άνοιξε η μάνα του Τσελίν.

Στην αρχή  μεσολάβησαν κάποιες στιγμές αμηχανίας, πολύ γρήγορα όμως η μάνα του Τσελίν κατάλαβε πως  ο επισκέπτης ήταν φίλος του γιού της και άνοιξε διάπλατα  την αγκαλιά της  που μέσα  χώρεσαν ο Κοσμάς, τα λουλούδια , τα γλυκά και η φωτογραφία. Ο Κοσμάς  έκανε προσπάθεια να της φιλήσει το χέρι. Η Μάνα τον ξαναφίλησε στο μέτωπο και τον τράβηξε μέσα στη μεγάλη Κάμαρα του σπιτιού της.

Φώναξε γρήγορα τον άντρα της, που ήρθε αμέσως. Του είπε πως τον έχει στείλει ο Τσελίν και τότε έγινε κάτι το συγκλονιστικό. Αφού φιλήθηκαν οι δύο άντρες, που έλαμπαν από χαρά για τη γνωριμία τους , βλέποντας ο πατέρας του Τσελίν το πένθος που φορούσε για το θάνατο του πατέρα του ξέσπασαν σε λυγμούς. Ο  Τσελίν, όταν τους είχε τηλεφωνήσει,  τους είχε πει ότι θα τους επισκεφτεί ένας Έλληνας φίλος του  που δουλεύουνε μαζί στο ίδιο εργοστάσιο, τους είχε πει και για το θάνατο του πατέρα του Κοσμά.

Ο Κοσμάς κοίταζε τον πατέρα του Τσελίν κι έβλεπε στο πρόσωπο του τον φίλο του.. Έμοιαζαν πολύ. Αμέσως έβαλαν τον Κοσμά και κάθισε στο μεγάλο καναπέ κι ενώ σκούπιζαν τα δάκρυά τους, η μάνα έφερε νερό σε μια λεκάνη για να πλύνει ο Κοσμάς τα χέρια του και να νιώσει ότι είναι δικό του το σπίτι. Ο Κοσμάς ευχαριστήθηκε πολύ από την υποδοχή που του κάνανε, έβγαλε από την τσέπη του και τους έδωσε τα χρήματα που τους είχε στείλει ο γιός τους.  Τότε η μάνα  τον οδήγησε στο διπλανό δωμάτιο όπου υπήρχαν τα πράγματα του Τσελίν. Άνοιξε ένα μπαούλο κι έβαλε τα χρήματα. Εκεί τα μάζευε για να ΄ρθει ο Τσελίν και να τα αξιοποιήσει. Εκεί  μέσα στο μπαούλο συγκατοικούσαν ο ιδρώτας και τα όνειρα του μετανάστη.

Το βράδυ μετά το φαγητό ο γέρο Τούρκος, καθισμένος ανακούρκουδα πάνω σε μια κουρελού δίπλα στο αναμμένο τζάκι, ενώ κρατούσε στο χέρι του το μικρό του  Σάζι δεν έπαιξε καθόλου μουσική γιατί σεβάστηκε το πένθος του Κοσμά.

Τα ήπιαν για καλά οι δύο άντρες. Δεν τους χώριζε τίποτα. Το πρόβλημα της γλώσσας είχε νικηθεί από τη δύναμη της φιλίας.  Στεναχωρήθηκαν όταν τους είπε πως θα φύγει το πρωί. Μόνο όταν τους έδειξε το  εισιτήριο του αεροπλάνου σταμάτησαν να επιμένουν για να μείνει. Το πρωί όταν ξύπνησε ο Κοσμάς, είδε με χαρά πως είχε γεμίσει το σπίτι από συγγενείς του σπιτιού. Είχαν έρθει για να τον γνωρίσουν, Ήπιαν όλοι παρέα από ένα ρακί και του ευχήθηκαν να έχει καλό ταξίδι.  Η Μάνα τον έσφιξε στην αγκαλιά της σαν δικό της παιδί και του έδωσε ένα ρόδι. Είχαν κι εκεί το ίδιο έθιμο. Όλοι οι συγγενείς του Τσελίν κατευόδωσαν τον Κοσμά μέχρι τη διασταύρωση του μεγάλου δρόμου και περίμεναν εκεί μέχρι που ήρθε το λεωφορείο.

 

Όταν έφτασε στη Γερμανία, το ίδιο βράδυ αντάμωσε με τον Τσελίν. Του είπε με κάθε λεπτομέρεια για όλα. Η φιλία τους τώρα ήταν πιο δυνατή. Συγκινήθηκαν και οι δύο μιλώντας για τα ρόδια, είπαν πως αυτό το έθιμο γίνεται και στα δύο χωριά, κάθε φορά που κάποιος ξενιτεύεται ή παντρεύεται.

Στην Ελλάδα η αδερφή του Κοσμά , η Ελένη, είχε αρχίσει να ονειρεύεται ταξίδι στη Γερμανία. Είχε από καιρό βάλει στο πρόγραμμα της να επισπευτεί τον αδερφό της εκεί να τον πλύνει και να τον περιποιηθεί. Τώρα όμως είχε ακόμα ένα λόγο να θέλει να πάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ήθελε να δει τον  Τσελίν. Είχε εντυπωσιαστεί από τα καλά λόγια που είχε πει γι αυτόν ο Κοσμάς. Της είχε δείξει και φωτογραφεία του.

Έτσι, όταν  σε λίγες μέρες τηλεφώνησε ο Κοσμάς για να μάθει νέα τους, η Ελένη του είπε πως πολύ σύντομα θα βρισκόταν κοντά του. Ο Κοσμάς συμφώνησε. Η Ελένη ετοιμάστηκε και του έστειλε τηλεγράφημα να την περιμένει στο αεροδρόμιο.

Ο Κοσμάς την υποδέχτηκε εκεί μαζί με τον Τσελίν.

Η  Ελένη και ο Τσελίν αγαπήθηκαν, κι ένα καλοκαίρι πάνω στη γέφυρα του Έβρου μαζεύτηκαν οι νεόνυμφοι, οι συγγενείς και οι φίλοι τους κρατώντας στα χέρια τους  ρόδια. Κι αφού  ευλόγησαν το γάμο έκανα μια ευχή:

Να μεγαλώσει η γέφυρα,  να φύγουν τα συρματοπλέγματα  και από τις δυο μεριές,  για να περνάνε ελεύθερα όλα τα παιδιά του Τσελίν και της Ελένης.

 

 

                                                     

Related Posts

0 comments
ΕΓΡΑΨΑΝ

Μαρίνα Ταουξίδη: Μία αξιόλογη γυναίκα που θα τη στερηθεί η πόλη μας – Toυ Δημητρίου Κάτσουρα

0 comments
ΕΓΡΑΨΑΝ

Η Νεμέα αποχαιρετά τον Αγωνιστή Τάκη Μαράκο – Του Τέλη Καλλή

0 comments
ΕΓΡΑΨΑΝ

H μεγάλη προσφορά του Λάμπρου Λαμπρόπουλου στην πόλη του Κιάτου – Του Νίκου Ζαχαρόπουλου

0 comments
ΕΓΡΑΨΑΝ

Στους δρόμους με τον Απόστολο Παύλο – Του Πέτρου Φακιολά

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Εγκαινιάστηκε το νέο Διυλιστήριο Νερού στον Δήμο Βέλου-Βόχας

  • July 23, 2026
  • ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ

Στον Φλοίσβο, με φόντο το λιμάνι της πόλης, το GNC 3on3 | ΚΟΡΙΝΘΟΣ 2026 χάρισε για τρεις ημέρες μοναδικές στιγμές αθλητισμού, ενέργειας και ζωντάνιας.

  • July 23, 2026
  • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Aristonautes Festival 2026: Με Νικολόπουλο, Μακεδόνα και Νέγκα ανοίγει η αυλαία του 5ου Φεστιβάλ Αριστοναυτών

  • July 23, 2026
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Δύο πατρίδες, μία ομάδα»: Κοινή πορεία για ΠΑΣ Κύψελου και Αστέρα Κορίνθου

  • July 23, 2026
  • ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Οφειλές προς το Δημόσιο: Πώς θα λειτουργεί η νέα Ενιαία Ψηφιακή Πύλη Πληρωμών για την είσπραξη χρεών

  • July 23, 2026
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αλλάζει το μοντέλο ασφάλισης για τους νέους εργαζόμενους 22-35 ετών

  • July 23, 2026
  • ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Χρίστος Δήμας: Χρηματοδότηση 11,36 εκατ. ευρώ για 21 έργα αγροτικής οδοποιίας στην Κορινθία

  • July 22, 2026
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στη Βουλή από τον Γιώργο Ψυχογιό οι καθυστερήσεις στις αποζημιώσεις των πυρόπληκτων σε Κούτσι και Στιμάγκα

  • July 22, 2026
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Επικοινωνία

JennysWorld: info@jennysworld.gr

Τζένη Σουκαρά: soukarat@gmail.com