Εορτινές αμφιθυμίες σε (πάντοτε) ασταθές παρόν – Tου Βασίλη Αικατερίνη
Η Κική Δημουλά είχε πει πως η Πρωτοχρονιά είναι ένας κουμπαράς όπου μέσα ρίχνουμε σαν κέρματα τις ευχές μας, των οποίων η αξία δεν πέφτει ποτέ. Πράγματι, η ελπίδα των ανθρώπων για το άγνωστο «αύριο» δεν πρόκειται, ευτυχώς, να εκλείψει ποτέ· τίποτε πιο νεφελώδες, αφελές, αναπτερωτικό και αισιόδοξο, ζωογόνο και αναπλαστικό δεν θα υπάρξει σαν την ελπίδα. Ακόμη κι αν όλα δείχνουν να έχουν πάρει μια αναντίστρεπτη φόρα και οδό, να έχει κλονιστεί συθέμελα η σύγκλιση και η ουσιώδης επικοινωνία των ανθρώπων, να προχωρούμε σε νέες φάσεις και περιόδους, διόλου ευπρόσδεκτες – πάντα, σαν να μας καταδυναστεύει μια νομοτελειακή αρχή, θα εξωραΐζουμε, με ειδωλοποιήσεις, το βιωμένο (και μη) παρελθόν και θα αμαυρώνουμε προεξοφλώντας ή τυφλά εμπιστευόμαστε το αγέννητο μέλλον.
Σαν την ελπίδα, προκαταλαμβανόμαστε για κάτι, είτε έχει συμβεί, είτε θα συμβεί, είτε θέλουμε να συμβεί. Λησμονούμε πολύ εύκολα το σημείο στο οποίο βρισκόμαστε. Νομίζουμε πως είμαστε στη μέση μιας ασταθούς τραμπάλας, με το χάος να χάσκει από κάτω της, και προσπαθούμε να περάσουμε απέναντι μην μπορώντας να γυρίσουμε πίσω, στυλώνοντας το βλέμμα μπροστά και πιστεύοντας πως από εκεί θα έρθει η σωτηρία. Δεν αναλογιζόμαστε όμως πως στο σημείο που είμαστε είναι το πιο γερό – τα άκρα πάντοτε θα γέρνουν και θα τρέμουνε, επηρεάζοντας κι εμάς, μα εμείς μόνο εκεί δραστηριοποιούμαστε, στο κέντρο, για μόνο εκεί είμαστε πλασμένοι. Δεν κοιτάμε κάτω, γιατί βλέπουμε την άβυσσο της καθημερινότητας να πλησιάζει, ψάχνουμε να κρατηθούμε από κάπου που να μας δώσει κουράγιο.
Κάθε νέα χρονιά είναι και ένα νέο κατώφλι που οι ασφυκτικές υποχρεώσεις κι απαιτήσεις της πραγματικότητας μάς σπρώχνουν να προχωρήσουμε παρακάτω. Αυτές είναι που γεννούν τα όνειρα και μαζί τις ελπίδες. Ορισμένα κύτταρα όμως των ελπίδων κρύβουν μέσα τους το ανέφικτο, το άπιαστο ακόμη κι από ευχές, είναι αυτά που δεν αγγίζονται από εύκολα κι απλά λόγια, και το ξέρουμε καλά αυτό, σαν να μοιραζόμαστε ένα κοινό μυστικό. Δεν είναι τυχαίο πως ο Γιουνγκ μιλούσε για την εικόνα του Σωτήρα που θα έρθει και θα μας σώσει όλους, μια εικόνα που κρύβεται στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Η έξωθεν σωτηρία, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από τα UFO, είναι κάτι που περιμένουμε και είναι αυτή συγκεκριμένα που μας κρατά καθηλωμένους στην «ευχολαγνεία» και συνεπώς στην ακατάσχετη νοσταλγία («κάθε πέρσι και καλύτερα») κι αβάσταχτη αισιοφροσύνη («όλα θα φτιάξουν με τον καιρό»). Δημιουργείται μια εγγενής διπλωπία από το τραύμα της συνειδητοποίησης πως η ανάληψη της μοίρας μας από τα δικά μας χέρια είναι μονόδρομος. Παραδίδουμε τον εαυτό μας κάπου αλλού, στον Θεό, στη μοίρα, στην τύχη, στο τίποτα.
Ο κόσμος αλλάζει γιατί τον αλλάζουμε εμείς, με ή χωρίς τη συμμετοχή μας. Χειροτερεύει επειδή δεν μας πονά πια, επειδή χαθήκαμε σε εγωκεντρικά μονοπάτια, επειδή έχουμε απολέσει ολοσχερώς την αξία του «εμείς» και παραδοθήκαμε στο «εγώ», με τις συνέπειες να μαστίζουν όλο τον κόσμο. Πρέπει να πετάξουμε όλα τα παραπλανητικά φίλτρα, εκείνα δηλαδή που υπογραμμίζουν τις διαφορές μας και διχάζουν, και να σκεφτούμε τη θέση μας ανάμεσα στους συνανθρώπους μας. Έρμαιοι κανενός δεν γίνονται εκείνοι που αναλαμβάνουν την ευθύνη της ύπαρξής τους.
Το ρολόι πήγε δώδεκα και θα ξαναπάει δώδεκα για να προσθέσει άλλη μια χρονιά στην πλάτη μας. Αλίμονο σε μας αν μας βρίσκει ίδιους κι απαράλλαχτους, επαναπαυμένους και νωθρούς, ονειροβάτες και γλεντοκόπους. Καλή χρονιά!