Το όνειρο του Υπουργού – Σατυρικό χρονογράφημα από τις Κυράτσες (κατά κόσμον Γ. Αθανασούλη & Σ. Μπαλτά)
Δίπλα του η Ευγενία κοιμόταν με την μεταξωτή μάσκα ύπνου καλοβαλμένη και ολόισια. «Αυτή η γυναίκα και στον ύπνο της πρέπει να έχει στυλίστα», σκέφτηκε μελετώντας τις χάλκινες μπούκλες της που απλώνονταν συμμετρικά στο μαξιλάρι. Γλίστρησε ξανά μέσα στα μεταξωτά σεντόνια και την πλησίασε. Της έδωσε μια αγκωνιά.
– Ευγενία ξύπνα, της είπε. Σήκω να μου φτιάξεις μια κατσαρόλα Νο6.
Η Ευγενία αναταράχτηκε ελαφρώς και ανασήκωσε την μία άκρη από την μάσκα ύπνου με τα λεπτά δαχτυλάκια της.
– Ξημερώματα μπουμπούκο μου, του είπε ναζιάρικα, τι θα θες τα μακαρόνια;
– Ξύπνα, της απάντησε, είδα εφιάλτη και θέλω να συνέρθω.
Η πιστή Ευγενία σηκώθηκε από το κρεβάτι, φόρεσε την μεταξωτή ρομπίτσα της και πήγε ίσα για την κουζίνα. Έβγαλε από το ντουλάπι την ανοξείδωτη γυαλιστερή Montreux pasta pot* 22 εκατοστών, και την γέμισε Εβιάν. Πήγε στο ντουλάπι με μακαρόνια έβαλε στον κωδικό στον συναγερμό και έκανε να το ανοίξει.
Ίου, ίου, ίου, ο συναγερμός της πήρε τα αυτιά και το κόκκινο λαμπάκι με το χαρακτηριστικό Error άρχισε να αναβοσβήνει στην οθόνη!
– Άι σιχτίρ πια με τους κωδικούς σου, ψιθύρισε και στην συνέχεια φώναξε: Άλλαξες πάλι τον κωδικό στο ντουλάπι;
Της έδωσε τον νέο κωδικό, άνοιξε πήρε το πολύτιμο πακέτο, έριξε τα μακαρόνια στην pasta pot και την ώρα που κάθισε στο τραπέζι με ένα ποτήρι καθαρό μεταλλικό νερό έφτασε και ο σύζυγός της με βαριά βήματα και σκυμμένο το κεφάλι.
– Τι έχεις μπουμπούκο μου; Τον ρώτησε ανήσυχη.
– Είδα πολύ κακό όνειρο. Έναν εφιάλτη, της είπε.
– Πες μου μπουμπούκο μου να ξαλαφρώσεις, του είπε γλυκά κι άπλωσε το χέρι της και κάλυψε το δικό του.
– Να, ήμουν λέει σε ένα τραπέζι, με όλων των λογιών τις μακαρονάδες! Πέστο, καρμπονάρες, ναπολιτάνες, πουτανέσκες, ό,τι μπορείς να φανταστείς. Καθόμουν στην κορυφή του τραπεζιού και δοκίμαζα από όλα τα πανάκριβα πιάτα, όταν στην πόρτα μπήκε ο θείος Στυλιανός. Με κοίταξε αγριεμένος με τα γουρλωμένα μάτια του, τα σφιγμένα χείλη του, τα βαθουλωμένα μάγουλά του, σαν δαίμονας που ξέφυγε από τον Κάτω Κόσμο! Μου έπεσε το πηρούνι από τα χέρια. «Τι έγινε, θειούλη;» ψιθύρισα. Και τότε με μια φωνή απόκοσμη, σκοτεινή και ανατριχιαστική σφύριξε μέσα από τα δόντια του: «Ανόητε, ου παντός πλειν ες Κόρινθον»!
– Μην φοβάσαι μπουμπούκο μου, του είπε ενθαρρυντικά η Ευγενία. Ο θείος Στυλιανός πάντα σε αγαπούσε.
– Το ξέρω, της απάντησε. Είναι όμως που απόψε έχω να πάω για ομιλία στην Κόρινθο, κι αυτό το «ου παντός» με έχει τρομάξει κάπως…
Εκείνη την ώρα το καπάκι από το Pasta Pot άρχισε να χορεύει τρελά και οι αφροί της μακαρονάδας να ξεχύνονται ασυγκράτητοι και οργισμένοι, γέμισαν όλον τον τόπο! Η Ευγενία έτρεξε για την σφουγγαρίστρα κι ο σύζυγός της έπιασε το κεφάλι του και το κούναγε με μανία πέρα δώθε για την καταστροφή των πολύτιμων μακαρονιών του που παράβρασαν και χύλωσαν!
Η καταστροφή του πολύτιμου γεύματος τον έκανε να ξεχάσει το όνειρο με τον θείο Στυλιανό, μέχρι που το απόγευμα της ίδιας μέρας, ενώ ετοιμαζόταν για την Κόρινθο, έπεσε το τηλέφωνο: «Καθυστερήστε λίγο, δεν έχουμε κόσμο…». Τον έζωσαν τα φίδια και θυμήθηκε την κουβέντα του θείου στο όνειρο «Ου παντός πλειν ες Κόρινθον».
Κι αφού καθυστέρησε καμιά ώρα, το πήρε απόφαση ότι δεν μπορεί να το αναβάλλει άλλο και εμφανίστηκε να μιλήσει σε ένα θέατρο με κατακόκκινα καθίσματα, κατακόκκινα χαλιά και κατακόκκινες κουρτίνες, έτσι που το λίγο γαλάζιο της αφίσας για την ομιλία του πνιγόταν και χανόταν. Κι όταν ανέβηκε στο βήμα από τη μια τα φώτα, από την άλλη τα κόκκινα καθίσματα πολλαπλασίαζαν την ένταση του κόκκινου έτσι που έχασκαν αδειανά, ώσπου στο τέλος τον έπιασε ημικρανία και τα μηλίγγια του βούιζαν από την ένταση.
Τελείωσε άρον άρον την ομιλία κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για το σπίτι του. Μόλις έφτασε χώθηκε στα μεταξωτά σεντόνια για και πρώτη φορά στη ζωή του, φόρεσε την μάσκα ύπνου της Ευγενίας για να κρατήσει μακριά τους εφιάλτες, αλλά και το τέλος που αισθανόταν ότι κατέφθανε με πολύ γοργούς ρυθμούς και τον κατάπινε!
* Montreux pasta pot = ειδική κατσαρόλα για μακαρόνια
** Το κείμενο είναι Σατυρικό Χρονογράφημα και πάσα ομοιότητα με υπαρκτά πρόσωπα και γεγονότα είναι απολύτως σκόπιμη!