Το ρεπορτάζ μου ..με τον Ζάχο Χατζηφωτίου – Της Τζένης Σουκαρά
Φεύγουν όλοι οι μικροί και μεγάλοι της προηγούμενης γενιάς. Κάποιος αναρωτήθηκε τι συμβαίνει με το τελευταίο θανατικό που μας έχει βρει.
Δεν είναι θανατικό, μεγάλωσαν όλοι αυτοί, κουράστηκαν να μας κουβαλούν στις πλάτες.
Μεγαλώσανε και οι δικοί μας . Γίνανε παππούδες και εμείς μεσήλικες . Στηλώσανε τα πόδια. Πάνε να ξεκουραστούν! Εμείς οφειλουμε να τους ξεπροβοδίσουμε!
Έτσι μετά τις μεγάλες απώλειες των τελευταίων χρόνων ,φεύγουν μαζί και οι υπόλοιποι σηματοδότες μιας ολόκληρης εποχής.
Ζάχος Χατζηφωτίου. Δεν ξέρω εάν έπρεπε να κηδευθεί δημοτική δαπάνη, είναι πάντως περίεργο όπως πολλά άλλα που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια. Αλλά δεν είναι αυτό σήμερα το θέμα μου.
Απεβίωσε συμπληρώνοντας τα 99 χρόνια του. Ένας αιώνας ζωής.Ανήκει στην γενιά των παππούδων μας, όχι των γονιών μας. Ένας κοσμικογράφος μιας εποχής που μπορεί να έγραφε και να μιλούσε για την κοσμική και πνευματική ελίτ του τόπου μας με γλώσσα ανακτόρων αλλά απέπνεε σεβασμό τέτοιο που δεν μπορεί να γίνει καμία αντιστοίχιση μαζί του , με τους σημερινούς πανελίστες των πρωινών και μεσημεριανών εκπομπών. Θα μου πεις την εποχή του Ζάχου για να γίνεις ένας καλός κοσμικογράφος έπρεπε να έχεις μόρφωση και κυρίως να ξέρεις πώς χειρίζονται τα μαχαιροπήρουνα και πίστεψέ με ήταν δύσκολο για τους ακροατές και αναγνώστες της εποχής εκείνης.Οπότε είχε κατοχυρώσει την μισή δύσκολη διαδρομή του επαγγέλματος.
Οι κοσμικογράφοι πάντως εκείνης της περιόδου κουβάλησαν στη πένα τους την μετάβαση της Ελλάδας στη νεότερη εποχή.Ήταν οι αναμεταδόσεις των ..λαογραφικών στοιχείων που κάνουμε εμείς στα Νεοελληνικά κείμενα.
Τότε που στην Αθήνα η ανέγερση των μεγάλων μουσείων και δημοσίων κτιρίων ήταν γεγονός αλλά ….ο Ζάχος φωνάζει για το ” πτύειν και ουρείν” του Έλληνα στους δημόσιους χώρους. Χούι που ακόμα και σήμερα φλερτάρει με το πράσινο και το δημόσιο χαρακτήρα του, δυστυχώς.
Τον Ζάχο Χατζηφωτίου τον συνάντησα στις πρώτες μέρες της δημοσιογραφικής μου καριέρας,πάρα πολύ νέα, όταν η σχολή μου “ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ” έστελνε τους καλύτερους σπουδαστές της σε τηλεοπτικό παιxνίδι στην ΕΡΤ που αφορούσε δημοσιογράφους και λεγόταν “ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ”.
Ήταν στο πάνελ των κριτών μαζί με τη Ροζίτα Σώκου και την Πέλυ Κεφαλά. Είχα πάρει μια τηλεοπτική συνέντευξη από τον ηθοποιό Δημήτρη Ποταμίτη στο Θέατρο Έρευνας για το έργο “ΕΚΒΟΥΣ” και ήμουν πολύ χαρούμενη γιατί έπρεπε να βγάλουμε είδηση απο εκεί και…βγήκε η έκρηξη του ηθοποιού, ο οποίος με βοήθησε αναπάντεχα, σχετικά με το πρωτο γυμνό που φάνηκε σε θεατρική σκηνή από την ηθοποιό Άννα Ανδριανού. Τότε οι κριτές σχολίασαν το είδος της συνέντευξης, τα αποτελέσματά της και ήταν όλα ιδιαίτερα κολακευτικά.
Εκείνος ωστόσο παρατήρησε πως την λέξη reportage δεν την πρόφερα με προφορά γαλλική όπως πρέπει και αρμόζει σε δημοσιογράφο που σέβεται τον εαυτό του και ήταν κάτι που τον ενόχλησε αρκετά. Αντίθετα επεσήμανε την τηλεοπτική μου παρουσία και την χάρη με την οποία κινήθηκα έχοντας ένα μικρόφωνο και ένα καλώδιο τεράστιο πάνω σε μια άδεια σκηνή θεάτρου.
Ο Χατζηφωτίου ήταν ο πιο αυστηρός κριτής αλλά πάντα θυμάμαι τις παρατηρήσεις του. Και αν το ρεπορτάζ ακόμα δεν το προφέρω όπως θα ήθελε, πάντα τον θυμάμαι και έχω ενοχές .
Εν τέλει ο Χατζηφωτίου εκπροσωπούσε μια άλλη εποχή πολύ μακρινή ακόμα και για εμάς..τους μεσήλικες πλέον. Είναι όμως το απόλυτο παράδειγμα πως τις “ταμπέλες” τις κάνουν οι άνθρωποι και όχι τους ανθρώπους οι “ταμπέλες” και οι χαρακτηρισμοί.
Ο κοσμικογράφος, κατά την γνώμη μου, γεννήθηκε και πέθανε μέσα από τον Ζάχο Χατζηφωτίου. Τον γέννησε – τον έκτισε – και τον πήρε μαζί του.