Πρώτη μέρα στο σχολείο- Του Α. Γ. Καλλή
Μην ανησυχείς, μου είπε καθησυχάζοντας με ,κοίταξε πόσα παιδάκια είναι ,θα παίξετε ,θα κάνετε αγιασμό, θα σας δώσουν τα βιβλία και μόλις σχολάσεις θα έρθεις να με βρεις και θα πάμε να φάμε ένα ωραίο γλυκό, ό,τι θες εσύ! Θα δεις είναι πολύ ωραία…
Έσκυψε μου έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο ,έσφιξε τους ώμους μου με τα δύο του χέρια για να μου δώσει δύναμη ,και σιγά σιγά χάθηκε πίσω απ’ την σιδερόπορτα του σχολείου…
Εκείνο το πρωί ξεκινούσε ένα ταξίδι,ένα μεγάλο ταξίδι ανάμεσα στις λέξεις ,τις σκέψεις,τα νοήματα…τα πολύχρωμα βιβλία.
Τα χρόνια πέρασαν.
Ο παππούς δεν είναι πια εδώ.. έφυγε όπως τότε πίσω από κείνη την σιδερόπορτα του Β Δημοτικού, ένα κάποιο βράδυ καλοκαιριού του 70, αφού του είχα δώσει να φάει το τελευταίο του γεύμα μιας και δεν μπορούσε πια να αυτοεξυπηρετείται .Έγειρε το κεφαλάκι του κι έφυγε .
Κι έτσι κάθε χρόνο όταν τα σχολεία ανοίγουν πάντα έχω την αίσθηση ότι έρχεται πρωί πρωί με παίρνει απ’ το χέρι και κατηφορίζουμε στην μαγική αυλή εκεί που τα παιδικά μάτια ισορροπούν ανάμεσα στον φόβο του καινούργιου ,την ανέμελη χαρά και σε κάτι απροσδιόριστα ωραίο …μα συγχρόνως και άγνωστο .
Και να, που τον ακούω να ξεκλειδώνει την πόρτα…
-Ήρθες παππού;
-Ένα λεπτό κατεβαίνω,έχουμε να πούμε τόσα, μα τόσα πολλά.. κι αν θες, μετά πάμε και για ένα γλυκό απ’ αυτά που σου άρεσαν πάντα, αυτά που σου απαγόρευαν, ξέρεις εσύ, ξερεις καλέ μου παππού. Φύγαμε ;;;
Καλή χρονιά, καλή πρόοδο! Καλή χρονιά!
