Μετρώντας τον χρόνο με απουσίες – Της Τζένης Σουκαρά
Και αυτή είναι μια τέτοια χρονιά για την Κορινθία. Μια χρονιά που μοιάζει να αφαιρεί, έναν έναν, ανθρώπους οι οποίοι με τον δικό τους τρόπο σφράγισαν την πορεία αυτού του τόπου. Άνθρωποι που υπηρέτησαν από θέσεις ευθύνης, άνθρωποι που άφησαν το αποτύπωμά τους μέσα από την καθημερινή τους παρουσία, άνθρωποι που έγιναν σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη κοινωνία.
Όσο μεγαλώνουμε διαπιστώνουμε πως οι αποχαιρετισμοί αποκτούν διαφορετικό βάρος. Δεν είναι μόνο η θλίψη για την απώλεια ενός προσώπου. Είναι η αίσθηση ότι μαζί του αποχωρεί ένα κομμάτι από τα δικά μας χρόνια. Μια εποχή. Μια εικόνα. Μια φωνή. Μια ανάμνηση. Ένα κεφάλαιο της προσωπικής αλλά και της συλλογικής μας ιστορίας.
Και για εμάς τους ανθρώπους της δημοσιογραφίας το συναίσθημα αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο. Γιατί βρεθήκαμε επί δεκαετίες σε παράλληλους δρόμους με αυτούς τους ανθρώπους. Καταγράψαμε τις διαδρομές τους, τις παρεμβάσεις τους, τις στιγμές χαράς αλλά και τις δύσκολες ώρες. Αποτυπώσαμε τα έργα και τις ημέρες τους, άλλοτε από κοντά και άλλοτε από τη θέση του παρατηρητή της ιστορίας που γράφεται.
Από τον μακαριστό Μητροπολίτη Κορίνθου Διονύσιο, τον Αύγουστο του περασμένου χρόνου, στον Αναστάση Παπαληγούρα. Από τον Νίκο Ταγαρά, τον Βασίλη Γαρούφη, τον Γιώργο Μάρκου, τον πρώην Δήμαρχο Κορίνθου Παναγιώτη Δαλακλείδη, τον πρώην Δήμαρχο Ξυλοκάστρου Αντώνη Κλαδούχο, τον Ντίνο Γέγιο, τον Φίλιππα Ασημακόπουλο, μέχρι σήμερα, με την απώλεια της Μαρίνας Ταουξίδη.
Ονόματα διαφορετικά. Διαδρομές διαφορετικές. Προσωπικότητες με διαφορετικούς ρόλους και διαφορετικές αφετηρίες. Δεν τους ένωνε η ίδια ιδιότητα ούτε το ίδιο αξίωμα. Τους ένωνε όμως κάτι πολύ πιο σημαντικό: ότι αποτέλεσαν κομμάτι της ιστορίας αυτού του τόπου.
Για κάποιους υπήρχαν επίσημες τιμές, πρωτόκολλα και δημόσιες αναφορές. Για άλλους υπήρχε η αθόρυβη αλλά βαθιά αγάπη των ανθρώπων που τους γνώρισαν. Στο τέλος, όμως, ο χρόνος και η απώλεια καταργούν τις διαφορές. Αυτό που απομένει είναι η μνήμη. Και η μνήμη δεν μετρά αξιώματα. Μετρά ανθρώπους.
Κάθε απώλεια είναι ένας κρίκος που αποχωρεί από την αλυσίδα της συλλογικής μας ταυτότητας. Και όσο οι κρίκοι αυτοί λιγοστεύουν, τόσο περισσότερο αντιλαμβανόμαστε ότι αλλάζει η φυσιογνωμία του τόπου μας.
Οι άνθρωποι που βλέπαμε στις πλατείες, στις εκδηλώσεις, στις δημόσιες στιγμές, αλλά και στις απλές καθημερινές διαδρομές μας, περνούν πλέον από την παρουσία στην ιστορική μνήμη.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο δύσκολο πέρασμα του χρόνου. Δεν το καταλαβαίνουμε από τους αριθμούς των χρόνων που περνούν, ούτε από τις αλλαγές πάνω στο σώμα μας. Το καταλαβαίνουμε όταν αρχίζουν να λείπουν άνθρωποι που κάποτε θεωρούσαμε δεδομένους. Όταν οι φωνές που συνόδευσαν μια ολόκληρη εποχή σβήνουν μία μία.
Και τότε συνειδητοποιούμε πόσο μεγάλο ήταν το «τότε» και πόσο πολύτιμο μοιάζει σήμερα. Γιατί ο χρόνος έχει έναν παράξενο τρόπο να μεγαλώνει την αξία των ανθρώπων. Εκείνων που, όσο ήταν δίπλα μας, ίσως δεν προλάβαμε να τους αποδώσουμε όλο το μέγεθος που πραγματικά είχαν.
Η Κορινθία αποχαιρετά τους ανθρώπους της με έναν βαθύ, ιδιότυπο λυγμό. Και μαζί με αυτούς αποχαιρετά μικρά κομμάτια της δικής της ιστορίας. Όμως κάθε τέλος αφήνει μια ευθύνη και μια ελπίδα: οι νεότεροι να έρθουν, να συνεχίσουν και να γεμίσουν με φως τις άδειες σελίδες που αφήνει πίσω της κάθε εποχή.
Γιατί οι τόποι δεν ζουν μόνο από τα κτίρια, τους δρόμους και τα έργα τους. Ζουν από τις μνήμες, τις διαδρομές και τους ανθρώπους που τους διαμόρφωσαν.
Και όσο θα υπάρχουν εκείνοι που θα θυμούνται, που θα διηγούνται τις ιστορίες τους και θα αναγνωρίζουν την προσφορά τους, κανείς δεν φεύγει πραγματικά.
Απλώς περνά από την παρουσία στη μνήμη.
Και η μνήμη είναι ίσως η πιο μεγάλη μορφή δικαίωσης που μπορεί να χαρίσει ένας τόπος στους ανθρώπους του.