Όταν η εργασία γίνεται ρίσκο ζωής – Της Τζένης Σουκαρά
Το κείμενο μου δεν αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό, ούτε σε μια μεμονωμένη τραγωδία. Αναφέρεται σε όλα εκείνα τα εργατικά «ατυχήματα» και δυστυχήματα που επαναλαμβάνονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να έχουν πάψει να σοκάρουν.
Οι αριθμοί των νεκρών προστίθενται σε έναν πίνακα και η ζωή που χάθηκε χάνεται για δεύτερη φορά: μέσα στη γραφειοκρατία.
Ας το πούμε καθαρά. Όταν οι συνθήκες εργασίας είναι επικίνδυνες, όταν οι έλεγχοι είναι ανύπαρκτοι ή προσχηματικοί, όταν η εντατικοποίηση βαφτίζεται «ανταγωνιστικότητα» η πιθανότητα μιας τραγικής κατάληξης υπάρχει.
Η ασφάλεια δεν είναι τεχνικό ζήτημα. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ.
Αποφασίζεται στους προϋπολογισμούς, στους νόμους, στις προτεραιότητες.
Αποφασίζεται όταν το κράτος επιλέγει να είναι επιεικές με τους ισχυρούς και αυστηρό με τους αδύναμους. Όταν οι επιθεωρήσεις εργασίας υποστελεχώνονται, όταν τα πρόστιμα δεν πονάνε, όταν η παραβίαση των κανόνων κοστίζει λιγότερο από την τήρησή τους.
Και κάπου εκεί, η ανθρώπινη ζωή αποκτά τιμή. Όχι επίσημα, φυσικά. Ανεπίσημα. Με τον πιο κυνικό τρόπο: πόσο κοστίζει ένα μέτρο ασφαλείας σε σχέση με το ρίσκο να μη συμβεί «κάτι σοβαρό»; Πόσο κοστίζει μια διακοπή παραγωγής σε σχέση με μια αποζημίωση; Αυτές είναι οι εξισώσεις που γίνονται σιωπηλά. Μέχρι να σπάσουν.
Οι εργαζόμενοι το ξέρουν. Δεν χρειάζονται αναλύσεις. Ξέρουν πότε μια μηχανή δεν είναι ασφαλής, πότε ένας χώρος είναι παγίδα, πότε «κάνε λίγο υπομονή» σημαίνει «πάρε το ρίσκο».
Και παρ’ όλα αυτά πάνε. Όχι γιατί δεν φοβούνται, αλλά γιατί δεν έχουν επιλογή. Γιατί η ανεργία, τα χρέη και η ανασφάλεια είναι επίσης μορφές βίας.
Το πιο επικίνδυνο, όμως, δεν είναι μόνο η αμέλεια. Είναι η κανονικοποίηση. Το πώς κάθε φορά η συζήτηση καταλήγει στο «να περιμένουμε τα πορίσματα». Στο πώς το ανθρώπινο λάθος γίνεται το βολικό άλλοθι για ένα σύστημα που αρνείται να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη. Στο πώς η οργή διαρκεί όσο ένα δελτίο ειδήσεων.
Κι όμως, μια κοινωνία που δέχεται να θυσιάζει εργαζόμενους στο όνομα της ανάπτυξης, δεν αναπτύσσεται. Φθείρεται. Μια οικονομία που στηρίζεται στον φόβο και στη σιωπή δεν είναι ισχυρή. Είναι εύθραυστη και άδικη. Και ένα κράτος που δεν μπορεί ή δεν θέλει να προστατεύσει τη ζωή στην εργασία, χάνει το πιο βασικό του άλλοθι: ότι υπάρχει για το δημόσιο συμφέρον.
Δεν είναι ριζοσπαστικό να ζητάς ασφάλεια. Είναι στοιχειώδες. Ριζοσπαστικό είναι να συνεχίζεις να θεωρείς «κόστος» τη ζωή. Και όσο αυτό παραμένει πολιτική επιλογή, κανένα «ατύχημα» δεν θα είναι πραγματικά τυχαίο.