ΣΔΙΤ Απορριμμάτων Πελοποννήσου – Το “ακριβό βήμα” προς την αειφορία είναι δυσβάστακτο για την Αυτοδιοίκηση – Της Τζένης Σουκαρά
Παρά τη μακροχρόνια πολιτική αντιπαράθεση και τις νομικές περιπέτειες, το έργο τέθηκε επιτέλους σε λειτουργία και η πολιτική ηγεσία δηλώνει ικανοποιημένη και υπερήφανη για το αποτέλεσμα, δικαιώνοντας έστω και σιωπηρώς τους προηγούμενους που πάλεψαν για το έργο αυτό.
Ωστόσο, πίσω από τα εγκαίνια, τις κορδέλες και τα χαμόγελα, υπάρχει ένας πιο σύνθετος απολογισμός, γεμάτος προβληματισμούς και προκλήσεις που δεν αναφέρθηκε από κανέναν.
Αναγνωρίζοντας τα θετικά του έργου, η δημιουργία της μονάδας επεξεργασίας απορριμμάτων αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα αναγκαίο βήμα για την αναβάθμιση της διαχείρισης στερεών αποβλήτων στην περιοχή.
Η Πελοπόννησος, ιστορικά από τις πιο προβληματικές περιοχές σε αυτόν τον τομέα, με ανεξέλεγκτες χωματερές και χαμένες χρηματοδοτήσεις, αρχίζει να βλέπει φως. Η μονάδα ενσωματώνει σύγχρονες τεχνολογίες που επιτρέπουν την ανάκτηση ανακυκλώσιμων υλικών και τη μείωση του όγκου των απορριμμάτων.. Θεωρητικά, αυτή η εξέλιξη θα έχει θετικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις και θα συμβάλει στην περιβαλλοντική αναβάθμιση της περιοχής. Επίσης, το έργο συμβάλλει στη δημιουργία θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.
Ωστόσο, παρά τα θετικά, το έργο φέρει και σοβαρά προβλήματα.
Το κυριότερο εξ αυτών είναι το κόστος, το οποίο αποτελεί πλέον έναν δυσβάστακτο “βραχνά” για τους Δήμους. Η σύμβαση ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από πολλούς δημάρχους, οι οποίοι χαρακτηρίζουν το κόστος επεξεργασίας των απορριμμάτων ως υπερβολικά υψηλό και ασύμφορο.
Οι Δήμοι καλούνται να καλύψουν αυτά τα έξοδα μέσω των δημοτικών τελών, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα διαπραγμάτευσης ή αναπροσαρμογής της σύμβασης. Αυτό προκαλεί μεγάλες ανησυχίες για την επιβάρυνση των πολιτών αλλά και τον οικονομικό αφανισμό των δήμων.
Η μεγάλη αγωνία είναι σαφής: ποιος τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό;
Και εως πότε θα αυξάνονται τα κόστη χωρίς καμιά ελάφρυνση;
Οι Δήμοι, από τα ήδη περιορισμένα τους ταμεία, ή οι πολίτες μέσω αυξημένων δημοτικών τελών θα εξυπηρετούν τους όρους μιας σύμβασης που στραγγαλίζει κάθε περιθώριο διαπραγμάτευσης;
Και αν οι Δήμοι δεν αντέξουν τα βάρη, τι θα συμβεί;
Μήπως η “λύση” αυτή φέρει έναν νέο φαύλο κύκλο κοινωνικών πιέσεων και ανισοτήτων;
Χρειάζεται να δοθεί πολιτική λύση;
Ή είναι αναγκαία μια “αυτοδιοικητική εξέγερση”, συνειδητοποιημένη όμως και καλά στοχευμένη ώστε να υπάρξει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα; Οι δήμαρχοι αυτό θα πρέπει να το εξετάσουν διεξοδικά.
Το ζήτημα δεν είναι να ακυρώσουμε το έργο, το οποίο ενδεχομένως μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα, αλλά να το προσαρμόσουμε ώστε να εξασφαλίσουμε μια πιο δίκαιη και βιώσιμη προσέγγιση. Η περιβαλλοντική πρόοδος δεν μπορεί να επιτευχθεί εις βάρος της κοινωνικής συνοχής.
Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να οδηγείται σε οικονομική ασφυξία στο όνομα της “οργάνωσης” και της σύγχρονης διαχείρισης των απορριμμάτων. Είναι απαραίτητο να υπάρξει ένας διάλογος και μια νέα συμφωνία που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και των Δήμων.
Αλλιώς το έργο κινδυνεύει να μετατραπεί από παράδειγμα βιώσιμης διαχείρισης σε παράδειγμα δυσλειτουργικού συγκεντρωτισμού που δημιουργεί νέες ανισότητες και κοινωνικές εντάσεις.
Οι υποδομές από μόνες τους δεν αρκούν για να αλλάξουν τον κόσμο – τον αλλάζουν οι άνθρωποι και οι αποφάσεις τους. Και τώρα είναι η ώρα για νέες, πιο δίκαιες επιλογές.