Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου: Οι λέξεις που με μεγάλωσαν – Της Τζένης Σουκαρά
Η σχέση μου με τα βιβλία δεν ξεκίνησε με φως.
Ξεκίνησε με θαλασσινή αχλή. Ήμουν μαθήτρια του δημοτικού όταν διάβασα για πρώτη φορά την “Παναγιά τη Γοργόνα” του Στρατή Μυριβήλη. Διάβαζα αυτά που άκουγα από τον παππού μου, τον αγώνα των Μικρασιατών προσφύγων – που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους αμέσως μετά την Μικρασιατική Καταστροφή – για να ζήσουν και να ριζώσουν στην καινούργια πατρίδα τους, το μικρό χωριό Σκάλα Συκαμιάς στη Λέσβο.
Ύστερα ήρθε το “Ένα Παιδί Μετράει τα Άστρα”. Εκεί, δεν διάβασα μονάχα ένα παιδικό μυθιστόρημα. Διάβασα τον πόθο. Την προσμονή. Την ανάγκη για φως σε κόσμους σκοτεινούς. Οι λέξεις του Μενέλαου Λουντέμη δεν έμοιαζαν με μελάνι. Έμοιαζαν με κάρβουνο που άφηνε ίχνη πάνω στην καρδιά.
Με τον “Δαβίδ Κόπερφιλντ” ένιωσα πρώτη φορά τι σημαίνει να μεγαλώνεις μέσα από τις απώλειες, μέσα από τους ανθρώπους που σε πονάνε αλλά και σε λυτρώνουν. Ο Ντίκενς δεν γράφει απλώς – αγαπά τους χαρακτήρες του σαν να είναι παιδιά του. Τους ντύνει με τρυφερότητα και ελπίδα, ακόμη κι όταν τους γυρίζει την πλάτη η ζωή.
Στις “Μικρές Κυρίες”, αναγνώρισα για πρώτη φορά την επανάσταση της καθημερινότητας. Το να ονειρεύεσαι σιωπηλά, το να νοιάζεσαι, να αντιστέκεσαι χωρίς κραυγές. Οι λέξεις της Λουίζα Μέι Άλκοτ είναι σαν μαξιλάρι με κεντημένα όνειρα.
Αλλά όταν έφτασα στους “Άθλιους”, όλα άλλαξαν. Ο Ουγκό δεν σε χαϊδεύει. Σε παίρνει απ’ το χέρι και σε σέρνει μέσα σε λάσπες, φυλακές, αδικία. Και εκεί, μέσα στο πιο βαθύ σκοτάδι, σου δείχνει ένα άνθος να μεγαλώνει. Μια συγχώρεση να γεννιέται. Ο Γιάννης Αγιάννης ήταν για μένα το σύμβολο του «δεν είμαι ό,τι μου συνέβη – είμαι ό,τι επέλεξα να γίνω».
Ύστερα ήρθε η εφηβεία. Και με αυτήν, η συνάντηση μου με τον Ντοστογιέφσκι. Εκεί δεν διάβαζα πια χαρακτήρες – διάβαζα συνειδήσεις. Η “Έγκλημα και Τιμωρία” με τρόμαξε. Οι “Αδερφοί Καραμαζόφ” με γονάτισαν.Ο “Ηλίθιος” με συγκλόνισε. Τα λόγια του με έκαναν να αναρωτηθώ τι σημαίνει καλό και κακό, ποια είναι τα όρια της ελευθερίας και της πίστης. Η γραφή του μοιάζει με βαθιά ανάσα πριν την πτώση. Και όμως, με κάθε σελίδα, δεν έπεφτα. Ανέβαινα.
Με τον Καζαντζάκη ακολούθησα μια άλλη τροχιά. Λιγότερο νου, περισσότερο ψυχή. Μου έμαθε ότι το «ανθρώπινο» δεν είναι αδυναμία – είναι μεγαλείο.
Ο λόγος του είναι προσευχή κι επανάσταση ταυτόχρονα. Γη και φωτιά. Ζωή και τάφος.
Και ύστερα, η ποίηση. Ο Καρυωτάκης με έμαθε την ομορφιά της μελαγχολίας. Ο Ελύτης την πανσέληνο του λόγου. Ο Ρίτσος, το βάρος της ιστορίας μέσα σε μία αράδα. Ο Λειβαδίτης, το πώς μπορείς να αγαπήσεις με μία φράση. Και ο Εγγονόπουλος – η ανατροπή, το όνειρο, η τόλμη να γράφεις ό,τι βλέπεις όταν δεν κοιμάσαι.
Ο Όργουελ, με το 1984, με τρόμαξε.
Ο Λόρκα, με τον Ματωμένο Γάμο, ήταν κραυγή. Θέατρο με αίμα και πάθος. Δεν ήταν απλώς δραματικός — ήταν καθαρός, ωμός, αληθινός. Ο λόγος του, μελωδικός και σκληρός ταυτόχρονα, με δίδαξε τι σημαίνει μοίρα που δεν δέχεται υπεκφυγές.
Και μετά ακολούθησαν βιβλία πολλά που όξυναν τον νου. Που έδωσαν τη γνώση. Σπουδαίοι συγγραφείς, μοναδικοί ποιητές, εξαιρετικοί επιστήμονες.
Αλλά αυτοί δεν ηταν “οι συγγενείς” της ψυχής μου .
Σήμερα, Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, έχω την άποψη ότι δεν έγινα ποτέ «αναγνώστης».
Έγινα ταξιδιώτης. Και κάθε βιβλίο που διάβασα, δεν το άφησα στο ράφι.
Το κουβαλάω στις λέξεις μου, στις σκέψεις μου, στις σιωπές μου.
Γιατί τελικά, ένα βιβλίο δεν το τελειώνεις όταν το κλείνεις.
Το τελειώνεις όταν σε τελειώσει εκείνο πρώτα.
Κι αν είσαι τυχερός, θα σε ξαναγράψει απ’ την αρχή.