Η Βασίλισσα του Καρναβαλιού – Του Γιάννη Σώκου
Προσωπικά, έχω συναντήσει, κατά καιρούς, βασιλιάδες, αυτοκράτορες, δούκες, αρχιδούκες, καρδιναλίους και άλλες σημαντικές «προσωπικότητες» της Ιστορίας. Φέτος, μάλιστα, έπεσα πάνω και σ’ έναν… Πάπα!
Τη στιγμή που ο Ερρίκος ο 8ος μού εξηγούσε πώς του ξέφυγε η τελευταία του σύζυγος, ένας σεβάσμιος γέροντας με πλησίασε, λέγοντάς μου:
-Ο Θεός να σ’ ευλογεί, τέκνον μου.-
-Ποίος είστε; Ρώτησα με περιέργεια και αυτός ενοχλημένος, απάντησε:
-Τι ποίος; Είμαι ο Πάπας Πίος της Ρώμης.
-Εντάξει ο Πίος, αλλά ποίος… Πίος; Απ’ ό,τι γνωρίζω, με το ίδιο όνομα υπήρξαν δώδεκα Πάπες.
-Η αγιότητά μου είναι ο Πίος ο ΙΒ’.
-Και τι δουλειά έχετε εσείς, Πάπας άνθρωπος, σε χορούς, πανηγύρια και κοσμικές εκδηλώσεις;
-Ήρθα για τον αγώνα!
-Κατάλαβα, συμπάσχετε κι εσείς μαζί μας, όπως όλος ο κόσμος…
-Ε, όχι και μαζί σας. Εγώ είμαι με τους Ιταλούς.
-Της Hellenic Train;
-Ε, πάλι όχι , ρε φίλε. Της Φιορεντίνα! Δεν ξέρεις ότι σε λίγες μέρες παίζει η ομάδα μου με τον Παναθηναϊκό στο Ολυμπιακό στάδιο;
-Βλέπετε και ποδόσφαιρο;
-Ο καλός ο Πάπας όλα τα βλέπει.
Με βαριά καρδιά προχώρησα ως την πλατεία που γινόταν το γλέντι. Μέχρι να φτάσω εκεί και τι δεν συνάντησα! Τρεις Άγγλους βασιλιάδες, πέντε Γάλλους ιππότες, δώδεκα μαρκησίους κι απειράριθμους πιερότους με κολομπίνες.
Δεν έχασα ευκαιρία κι έπιασα κουβέντα με την πρώτη που βρέθηκε μπροστά μου.
-Διασκεδάζετε; Διασκεδάζετε; Ρώτησα.
-Ου, πολύ! Πολύ! Ούτε τότε με τα Μνημόνια, δεν το φχαριστιόμουνα τόσο!
-Πού τα θυμηθήκατε τα Μνημόνια;
-Ξεχνιούνται αυτά; Μια καλή καγκελάριος δεν τα ξεχνάει ποτέ!
-Κοίταξα καλύτερα κι αναγνώρισα το ταγεράκι της Μέρκελ.
-Εσείς; Τόλμησα να ψελλίσω, και σίγουρα θα σωριαζόμουν κατά γης, αν δεν έπεφτα πάνω σε έναν καλοντυμένο, καλοθρεμμένο πανύψηλο άνδρα που συνοδευόταν από μια γριούλα.
-Ο κύριος; Απευθύνθηκα πρώτα στον κύριο που ήταν τόσο ψηλός, ώστε πώς μου φάνηκε ότι στεκόταν πάνω σε ξυλοπόδαρα.
-Ελάτε, κύριε Γιάννη, μου είπε. Δεν είναι ευγενικό, από μέρους σας, να κάνετε ότι δεν με γνωρίζετε. Εμείς κάθε μέρα τα λέμε…
-Μα πού;
-Και πού δεν τα λέμε! Στο Σούπερ Μάρκετ, στο μανάβικο, στον κρεοπώλη και κυρίως μπροστά στα ταμεία.
-Σήκωσα το κεφάλι ψηλά, κι εκεί μέσα στα σύννεφα, είδα το απρόσιτο πρόσωπό του.
-Ω, ναι, κύριε Τιμάριθμε, σας γνωρίζω! Σας γνωρίζω από την όψη του ευρώ την τριμερή. Χίλια συγνώμη που δεν σας πήρα χαμπάρι αμέσως.
-Δεν πειράζει, αγαπητέ μου καταναλωτή. ‘Ετσι είμαι εγώ. Σηκώνω μπόι ώσπου να πεις «ακρίβεια»… Α! να σας συστήσω και τη μαμά μου.
Τότε μόνο πρόσεξα την γριούλα που κρατούσε τον κύριο Τιμάριθμο σφιχτά αγκαζέ. Αντίθετα από αυτόν είχε το μαύρο της το χάλι. Μες τα κουρέλια, με ανακατεμένα μαλλιά, δίχως δόντια και μια τεράστια καμπούρα, στράφηκε εκείνη πρώτη προς το μέρος μου.
-Εμένα ασφαλώς θα με γνωρίζετε, είπε με σιγουριά.
-Λυπάμαι, αλλά εσάς ειδικά δεν σας γνωρίζω. Και θέλοντας να μετριάσω το μέγεθος της άγνοιάς μου, συνέχισα με μια ωραία δικαιολογία.
Όπως καταλαβαίνετε, κυρία μου, στο αποκορύφωμα του καρναβαλιού , όπου όλοι ντύνονται όπως τους κατέβει, κανείς δεν αναγνωρίζει κανέναν, ενώ η μάνα χάνει το παιδί και το παιδί τη μάνα.
-Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι μασκαρεμένη. Αυτό που βλέπεις είναι… από φυσικού μου. Θ’ ανέβω πάνω στο Άρμα, χωρίς φτιασίδια, έτσι όπως με κατάντησαν τα Μνημόνια, τα σκάνδαλα, η διαφθορά, οι μίζες, τα ρουσφέτια, ασυδοσία, η ασυνέπεια, η ακρίβεια, η αδικία…
-Επιτέλους, ποια είσαι, γιαγιούλα, που σε επέλεξαν και για βασίλισσα του Καρναβαλιού;
Η χώρα σου, παιδί μου… Ψωροκώσταινα!