Υπαρκτοί, ανύπαρκτοι κι αυθύπαρκτοι εχθροί – Του Βασίλη Αικατερίνη
Δεν ξέρω αν είναι χαρακτηριστικό των καιρών μας, ή ήταν πάντοτε, η μανία να βλέπουμε παντού εχθρούς: ανθρώπους που επίκεινται να μας βλάψουν είτε σωματικά, είτε πνευματικά/ηθικά, απλά και μόνο γιατί το επιθυμούν, γιατί τους ικανοποιεί ο δικός μας όλεθρος και αφανισμός, γιατί είναι το μοναδικό ίσως που ξέρουν πολύ καλά να κάνουν, το μόνο που τους δίνει αυτή τη σαδιστική ευχαρίστηση, ωθώντας εμάς να περάσουμε σε άγρια αντεπίθεση. Αυτό που ξέρω όμως, και όπως προκύπτει απ’ τα συμφραζόμενα, είναι ότι αυτός που νιώθει πως απειλείται συνέχεια, χωρίς να υπάρχει φυσικά άμεση απειλή αλλά εμμονική κατάληψη του φόβου απειλής, είναι πως νιώθει αρκετά σημαντικός ώστε να κινδυνεύει.
Τον δυναστεύει μια αυταρέσκεια που του φορά παρωπίδες και γυαλιά που τον αποπροσανατολίζουν, με αποτέλεσμα να γίνεται επιρρεπής στην απολυτότητα, την ακαμψία και εντέλει τον φανατισμό. Δεν δέχεται εύκολα τον αντίλογο, δεν κάθεται να συζητήσει με επιχειρήματα, αποφεύγει την εποικοδομητική αντιπαράθεση και καταφεύγει σε εύκολα και φαμφαρονικά, με φθηνούς συναισθηματισμούς, τεχνάσματα λοξοδρόμησης που, μετά βεβαιότητας, συμβάλλουν στην περαιτέρω εξάπλωση της αδιαλλαξίας και της πώρωσης, με κοινωνικό μάλιστα αντίκτυπο όταν αυτό γίνεται συλλογικά.
Πολλοί θίγονται, αντιδρούν, προσβάλλουν, απαντούν –κατά το δοκούν– στα πυρά που θεωρούν πως δέχονται από διάφορες ειδήσεις, με εκδικητική διάθεση και τρόπο που θυμίζουν εμφύλιο πόλεμο, σε πεδία μάχης που μετονομάστηκαν σε «ενότητα σχολίων» και με όπλα ευγενώς εκμοντερνισμένα, τα πληκτρολόγια, που δεν ανταλλάσσουν πια σφαίρες αλλά λέξεις που πονούν και κόκαλα τσακίζουν, σύμφωνα με την παραφρασμένη έκφραση. Κάτω από αναρτήσεις σε ιστοσελίδες απλώνεται το απρόσβλητο δίχτυ του διχασμού και της πόλωσης. Όλα μετατρέπονται σε προσωπικά ζητήματα, εμφορούνται από τον απατηλό μας υποκειμενισμό – μετουσιώνοντας το μίσος και τα απωθημένα του ο καθένας σε κοινωνικό προβληματισμό που λαμβάνει πάντοτε «σωτηριολογικές» διαστάσεις. Πολύ εύκολα ψέγουμε, απορρίπτουμε, καταδικάζουμε, αμαυρώνουμε με μένος και ορμή, αναδεικνύοντας και επιβάλλοντας τον δικό μας τρόπο θέασης των πραγμάτων ως τον ορθότερο. Κι έπειτα τα σχόλια από κάτω, ένα ρινγκ πυγμαχίας όπου όλα είναι επιτρεπτά.
Δεν υποστηρίζω επ’ ουδενί τη ρήση του Έκο, που τολμώ να πω γειτνιάζει με τον φασισμό, πως «τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης έδωσαν χώρο προς σχολιασμό σε χιλιάδες ηλίθιους». Αν θέλουμε να ζούμε και ν’ αναπνέουμε σε δημοκρατικό τοπίο, λόγο όχι μόνο δικαιούνται αλλά επιβάλλεται να έχουν όλοι ανεξαιρέτως. Το αναγκαίο κακό όμως της δημοκρατίας, αυτού του ύψιστου αγαθού που είχαμε την ευλογία να πρωτοβλαστήσει στη χώρα μας, είναι η ασυδοσία που ως κακομεταφρασμένο δικαίωμα καταλήγει να σπιλώνει το όνομά της. Τουτέστιν, αφού μπορώ να λέω ό,τι θέλω, θα βρίζω όποιον θέλω, θα διαδίδω ό,τι θέλω, στο όνομα του ατομικού μου δικαιώματος· θα επιτίθεμαι εκεί που μπορώ, ακόμη κι αν έχουν πρόσβαση σ’ αυτά που γράφω και μικρά παιδιά, και θα λαμβάνω την ευθύνη των λόγων μου πίσω απ’ το, ενίοτε με ψεύτικο όνομα, προφίλ στο Facebook. Άλλωστε τό ‘χει πει και ο Όσκαρ Ουάιλντ: «Δώσε σε κάποιον μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια».
Θα πρέπει μια ομάδα ψυχολόγων να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα μιας και φαίνεται, εκ πρώτης όψεως και καθαρά υπό απλή παρατήρηση, πως οι περί ου ο λόγος γράφοντες βασανίζονται από μια αμφιθυμική πάλη, ανάμεσα σε αυτό που πιστεύουνε και γνωρίζουν πως είναι ακυρωτικό για την κοινωνία και σε αυτό που καταναγκαστικά υιοθετούν δημόσια ώστε να μην κατασπαραχτούν. Δεν γνωρίζουν πως αυτό που πετροβολούν, είναι αυτό που επί της ουσίας φοβούνται κι αυτό που τους κρατά πίσω. Δεν έχουν διδαχθεί πως η ζωή, με μια εναλλακτική ματιά, είναι η καταπάτηση και η νίκη απέναντι στους φόβους που μας φέρνουν πιο κοντά στη δυστυχία.
Ο ρατσισμός, η ομοφοβία, η ξενοφοβία, το μίσος για το κάθε τι παρεκκλίνον απ’ το παραμένον, συντηρητικά, ασυνθηκολόγητο status quo της εποχής, είναι ζιζάνια που ξέρουν να επιβιώνουν και στην εικονική πραγματικότητα· το αλέτρι της παιδείας είναι το μόνο ικανό να τα εξολοθρεύσει και να σκάψει βαθιά για να σπείρει τη νέα σοδειά άξιων πολιτών όπου στην αεισέβαστη λέξη «Άνθρωπος» θα σηκώνονται όρθιοι ωσάν ν’ ακούν τον εθνικό τους ύμνο.