Κάλπικη Λίρα: Το πολυβραβευμένο αριστούργημα που προβλήθηκε ταυτόχρονα σε 1.000 αίθουσες
Στις 28 Δεκεμβρίου του 1955 προβάλλεται για πρώτη φορά στους κινηματογράφους η «Κάλπικη λίρα» και ανοίγει τον δρόμο για τις σπονδυλωτές ταινίες στην Ελλάδα, όντας η πρώτη που γυρίστηκε και παίχτηκε ποτέ στη χώρα.
Ένα αριστούργημα του ελληνικού κινηματογράφου που κατάφερε τελικά να ξεχωρίσει όχι μόνο στην χώρα μας αλλά παγκοσμίως κερδίζοντας μάλιστα και πολλές διακρίσεις.
Η εν λόγω ταινία συμμετείχε σε αρκετά μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ και φυσικά την «συντροφεύει» μία ακόμα παρακαταθήκη: το γεγονός ότι ο Ζορζ Σαντούλ (θεωρείται διεθνώς ως ο εγκυρότερος και βαθύς γνώστης – ιστορικός του κινηματογράφου), την κατέταξε μέσα στις 1000 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου όλων των εποχών.
Μια κάλπικη λίρα κατάφερε να κερδίσει κοινό και κριτικούς προκαλώντας εκατοντάδες διθυραμβικά σχόλια. Πράγμα που κάνει ακόμη και σήμερα σε όποιον τη δει. Προκαλεί τα ίδια συναισθήματα ακόμη και μετά από σχεδόν 70 χρόνια προβολής.

Στην πραγματικότητα βλέπουμε την εξέλιξη τεσσάρων ιστοριών οι οποίες έχουν ένα κοινό στοιχείο. Και αυτό δεν είναι άλλο από μια κάλπικη λίρα. Η συγκεκριμένη λίρα μεταφέρεται με έναν ιδιαίτερο και έξυπνο τρόπο από τη μία ιστορία στην άλλη.
Κατά τη διάρκεια της μεταφοράς υπάρχει αφηγητής, ο Δημήτρη Μυράτ, που συνδέει τις τέσσερις αυτές ιστορίες.
Στην ταινία θα παρελάσει η αφρόκρεμα της ελληνικής υποκριτικής, αποτελούμενη από τον Βασίλη Λογοθετίδη, την Έλλη Λαμπέτη, την Ίλια Λιβυκού, το Μίμη Φωτόπουλο, τη Σπεράντζα Βρανά, τον Ορέστη Μακρή και φυσικά τον αξεπέραστο και ίσως κορυφαίο Έλληνα ηθοποιό Δημήτρη Χορν. Η μουσική επένδυση θα αποτελέσει σημαντικό κομμάτι της ταινίας και είναι σύνθεση του παγκόσμια αναγνωρισμένου μουσικοσυνθέτη Μάνου Χατζιδάκι (Το 1961 κερδίζει το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα παιδιά του Πειραιά»).
Κατά την διάρκεια της ταινίας ο Γιώργος Τζαβέλλας μας δίνει μια μόνιμη τροφή για σκέψη, για την ουσία των ανθρώπινων σχέσεων και αξιών σε σχέση με την έννοια «χρήμα», έχοντας ως μέσο δοκιμασίας ανάμεσα στους ήρωές μας την κάλπικη λίρα. Η ουσία τελικά κρύβεται σε μία από τις καλύτερες σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου. Παρουσιάζοντας τον Δημήτρη Χορν να περπατάει μόνος, μποέμικα, μια φθινοπωρινή ηλιόλουστη μέρα προς το Ζάππειο και να πετάει τη λίρα στο πεζοδρόμιο με τον αφηγητή να λέει: «Αν και κάλπικη δεν είναι η λίρα σε αυτή την ιστορία… κάλπικο είναι, γενικά το χρήμα…». Δίνοντάς μας έτσι το ερέθισμα να σκεφτούμε, σε ποιες μη κάλπικες σκέψεις πρέπει να αναζητήσουμε την ουσιαστική μας ευτυχία και αλήθεια.