To ΔΝΤ είναι ξανά εδώ
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν δαπανήσει μέχρι τώρα πάνω από 300 δις ευρώ σε μέτρα για την άμβλυνση των συνεπειών της πληθωριστικής καταιγίδας, οι αγορές δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι αυτό το νέο κύμα δημοσιονομικής χαλάρωσης μετά την πανδημία, το κόστος δανεισμού ειδικά των χωρών της ευρωπεριφέρειας ανεβαίνει σταθερά και επικίνδυνα και ο ΔΝΤ ήρθε πρώτο, να προειδοποιήσει για την απειλή νέας κρίσης χρέους στην ευρωζώνη.
Το, φαινομενικά, παράδοξο είναι, πως το Ταμείο δεν προτείνει να αντιμετωπιστεί η απειλή με τα παλιά, συμβατικά εργαλεία λιτότητας, αλλά με την αναθεώρηση του δημοσιονομικού « γύψου» του Συμφώνου Σταθερότητας και με την έκδοση ευρωομολόγων. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος της ανοιχτής κόντρας που έχει ξεσπάσει ανάμεσα στο ΔΝΤ και την Γερμανία.
«Εν μέσω έκτακτης οικονομικής αβεβαιότητας και δημοσιονομικών προκλήσεων, η μεταρρύθμιση του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ δεν μπορεί να περιμένει», δήλωσε ο διευθυντής του τμήματος δημοσιονομικών υποθέσεων του Ταμείου, Βιτόρ Γκασπάρ. Ο ίδιος παρουσίασε και το πλαίσιο προτάσεων του ΔΝΤ γι αυτή την μεταρρύθμιση που έχει ως βασικό άξονα την δημιουργία της λεγόμενης «Δημοσιονομικής Ικανότητας της ΕΕ», η οποία θα χρηματοδοτηθεί μέσω κοινής έκδοσης χρέους και θα μπορούσε να βοηθήσει τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης να διαχειριστούν καλύτερα την ενεργειακή κρίση και την απειλή της ύφεσης.
Ο πρώτος που βγήκε απέναντι σ’ αυτή την πρόταση ήταν ο υπουργός Οικονομιών της Γερμανίας, ο φιλελεύθερος Κρίστιαν Λίντνερ. «Υπάρχει», είπε ο Λίντνερ, «μια κοινή προσπάθεια της Ευρώπης για τη συνέχιση της στήριξης προς την Ουκρανία. Αυτό, όμως, είναι ανεξάρτητο από κάθε συζήτηση αναφορικά με χρηματοδοτικά εργαλεία. Το αμοιβαίο χρέος στην Ευρώπη, μέσω της έκδοσης κοινών ομολόγων, δεν βρίσκεται στην ατζέντα αυτή τη στιγμή».
Η σύγκρουση ωστόσο και η φαινομενική «αριστερή σφήνα» του ΔΝΤ δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς στον ευρωπαϊκό Νότο. Διότι το ευρωομόλογο είναι μόνον το… μισό της πρότασης του ΔΝΤ. Το άλλο μισό προβλέπει μεταρρύθμιση δύο ταχυτήτων στους δημοσιονομικούς κανόνες και, μέχρι στιγμής, βρίσκει απολύτως σύμφωνους και το Ταμείο και την Γερμανία.
Συγκεκριμένα, το Ταμείο προτείνει το Σύμφωνο Σταθερότητας να αναθεωρηθεί και να γίνει πιο χαλαρό και ευέλικτο ως προς τους στόχους για το χρέος και το έλλειμμα, μόνον όμως για τις χώρες εκείνες που έχουν ισχυρή δημοσιονομική εικόνα. Για τις υπόλοιπες, ήτοι για τις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, τις «χώρες υψηλού ρίσκου» όπως τις περιγράφει, το ΔΝΤ τονίζει, ότι θα πρέπει να ενεργοποιήσουν περιοριστικά πλαίσια για τις δαπάνες τους – κοινώς, να παραμείνουν σε μοντέλο λιτότητας.
Το δεύτερο και ίσως ακόμη χειρότερο είναι, πως το ΔΝΤ (επίσης με την σύμφωνη γνώμη της Γερμανίας) προτείνει ουσιαστικά την εκχώρηση της δημοσιονομικής εποπτείας σε τεχνοκρατικά Δημοσιονομικά Συμβούλιο, με παράλληλη μείωση του πολιτικού ρόλου της Κομισιόν. Προτείνει, για την ακρίβεια, την σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Δημοσιονομικού Συμβουλίου καθώς και Εθνικών Δημοσιονομικών Συμβουλίων, που θα έχουν την ευθύνη, να αξιολογούν και να εποπτεύουν τα δημοσιονομικά σχέδια που προτείνονται από τις κυβερνήσεις.
Η παρέμβαση του Ταμείου έρχεται την ώρα, που συζητείται σε επίπεδο Eurogroup η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και, παρ’ ότι δεν είναι δεσμευτική, μάλλον προϊδεάζει για την κατεύθυνση της διαδικασίας. Και επιβεβαιώνει, ότι τρεις αλλεπάλληλες κρίσεις (χρέους, πανδημίας και ενεργειακή) δεν έχουν σταθεί ικανές, να σπάσουν τα αδιέξοδα ταμπού της δημοσιονομικής ορθοδοξίας.
Μαρίνα Αλεξανδρή
tvxs.gr