Νέο κύμα ανατιμήσεων προ των πυλών: Οι προειδοποιήσεις της αγοράς προς την κυβέρνηση
Τα μηνύματα που δέχεται το υπουργείο Ανάπτυξης από τις βιομηχανίες τροφίμων και τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, δεν είναι καθόλου καλά ούτε για την κυβέρνηση ούτε, πολύ περισσότερο, για τους καταναλωτές: Τουλάχιστον δεκαπέντε από τις μεγαλύτερες αλευροβιομηχανίες, γαλακτοβιομηχανίες, εταιρίες παραγωγής μπισκότων, αρτοσκευασμάτων και δημητριακών έχουν ενημερώσει (σύμφωνα με πληροφορίες) τους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες, ότι από τις αρχές Απριλίου έως τα μέσα Μαίου θα προχωρήσουν σε νέες ανατιμήσεις των προϊόντων τους, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην συνεχιζόμενη εκτίναξη του κόστους της ενέργειας και των πρώτων υλών.
Πρόκειται για το τρίτο κύμα αυξήσεων σε βασικά προϊόντα από τα μέσα του περασμένου φθινοπώρου (πολύ πριν ξεκινήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία) και, όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, οι νέες ανατιμήσεις είναι αναπόφευκτες και δεν θα είναι οι τελευταίες.
Ως προς το αναπόφευκτο των νέων αυξήσεων, οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν, ότι δεν έχουν άλλο τρόπο να αντισταθμίσουν τα τεράστια ενεργειακά κόστη τόσο στην παραγωγή όσο και στην λειτουργία τους. Τα κλειστά συμβόλαια που είχαν οι περισσότερες εταιρίες με ιδιωτικούς παρόχους ενέργειας έχουν εκπνεύσει, η ανανέωσή τους δεν γίνεται δεκτή και οι πάροχοι απαιτούν πλέον ρήτρα αναπροσαρμογής, με συνέπεια οι εταιρικοί λογαριασμοί ρεύματος να έχουν τουλάχιστον τριπλασιαστεί.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση μιας από τις μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ της χώρας, που έχει δώσει οδηγία να λειτουργεί μόνον ο ελάχιστος και απολύτως αναγκαίος φωτισμός στα καταστήματά της, τις ώρες που δεν βρίσκονται μέσα πελάτες.
Σε ότι αφορά την διάρκεια της κρίσης, οι ίδιοι παράγοντες προειδοποιούν, ότι οι ελλείψεις σε βασικές εισαγόμενες πρώτες ύλες (από στάρια έως ηλιέλαια) που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία, θα αρχίσουν να φαίνονται στην παγκόσμια αγορά μετά το καλοκαίρι, γεγονός που σημαίνει, ότι θα υπάρξει και νέο κύμα αυξήσεων στην λιανική το φθινόπωρο.
Τα μηνύματα αυτά έρχονται, την ώρα που οι αυξήσεις στο ψωμί έχουν φθάσει ήδη στο 50% (από 0,8 λεπτά στο 1,2 ευρώ η φρατζόλα), η τιμή του χοιρινού (του πιο φθηνού από τα κρεατικά) έχει πάρει αύξηση ενός ευρώ μόνον μέσα σε μία εβδομάδα και οι μέσες ανατιμήσεις στα ράφια των σούπερ μάρκετ το τελευταίο εξάμηνο υπολογίζονται κοντά στο 10%.
Η έκρηξη των τιμών έχει ήδη συνέπειες και στην κατανάλωση με τα σούπερ μάρκετ να καταγράφουν μειωμένους τζίρους σε σχέση με πέρσι, ενώ ο ίλιγγος συνεχίζεται και στα καύσιμα όπου η μέση τιμή της βενζίνης οδεύει ραγδαία προς τα 2,20 ευρώ το λίτρο.
Η κυβέρνηση ωστόσο, παρ’ ότι έχει πλήρη εικόνα και της τρέχουσας κατάστασης και των δυσοίωνων δεδομένων για τους επόμενους μήνες, δεν δείχνει πρόθεση να προχωρήσει άμεσα σε οποιαδήποτε ριζική παρέμβαση στην αγορά πέραν της επιδότησης των 13 ευρώ τον μήνα (με εισοδηματικά κριτήρια) στην βενζίνη, που ανακοινώθηκε την περασμένη εβδομάδα.
Η νέα εργαλειοθήκη που ενέκρινε η ευρωπαϊκή σύνοδος κορυφής των Βρυξελλών, δίνει την δυνατότητα στα κράτη – μέλη όχι μόνον να μειώσουν τον Ειδικό Φόρο στα καύσιμα, αλλά ακόμη και να μηδενίσουν τον ΦΠΑ στην ενέργεια και τις πρώτες ύλες.
Όμως, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου έβαλε ξανά φρένο σήμερα στην σχετική συζήτηση και όταν ρωτήθηκε για ενδεχόμενη επανεξέταση του αιτήματος μείωσης της φορολογίας στα καύσιμα δήλωσε: «Έχουμε συζητήσει πολλές φορές, γιατί προκρίνουμε αυτού του είδους τα μέτρα και όχι κάτι οριζόντιο που θα στερούσε έσοδα από προϋπολογισμό και θα οδηγούσε σε διεύρυνση της βάσης των δικαιούχων πέραν αυτών που έχουν περισσότερη ανάγκη”.
Σε ότι αφορά τα τρόφιμα, οι πληροφορίες φέρουν τον υπουργό Ανάπτυξης Αδωνι Γεωργιάδη να έχει εισηγηθεί μετάταξη ορισμένων βασικών ειδών διατροφής, όπως τα άλευρα και τα ηλιέλαια, στον χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ που είναι το 6%.
Μια τέτοια απόφαση έχει υπολογιστεί, ότι θα έχει δημοσιονομικό κόστος 140 εκατομμύρια ευρώ και προσκρούει, κατά τις ίδιες πληροφορίες, στην άρνηση του υπουργείου Οικονομικών για δύο λόγους: Ο ένας είναι η γνωστή επίκληση των στενών δημοσιονομικών περιθωρίων και ο δεύτερος η νέα έκρηξη του κόστους δανεισμού της χώρας.
Η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου άγγιξε σήμερα το 3%, γεγονός που κατά το οικονομικό επιτελείο σημαίνει, πως οποιοδήποτε σήμα δημοσιονομικής χαλάρωσης μπορεί να προκαλέσει την άμεση και οξεία αντίδραση των αγορών.
Μαρίνα Αλεξανδρή
tvxs.gr