Σε διπλό κλοιό, πανδημίας και οικονομίας, η κυβέρνηση
H Αυστρία και η Σλοβακία βρίσκονται ήδη σε καθολικό lockdown. Η Τσεχία και το Βέλγιο ανακοίνωσαν επίσης μέτρα μερικού lockdown, αποφασίζοντας να επιβάλουν μειωμένο ωράριο στην εστίαση και να περιορίσουν τις συναθροίσεις. Η Ολλανδία κλείνει ήδη την εστίαση στις 8 το βράδυ και ετοιμάζεται να περιορίσει ακόμη περισσότερο το ωράριο και στην Γερμανία συζητείται σοβαρά ακόμη και το ενδεχόμενο γενικού lockdown, όπως άφησε χθες να εννοηθεί ο υπουργός Υγείας της χώρας Γενς Σπαν.
Η κατάσταση με την πανδημία στην Ευρώπη είναι οριακή και η εμφάνιση και του πρώτου, επιβεβαιωμένου πλέον, κρούσματος της νέας και εξαιρετικά επικίνδυνης «μετάλλαξης της Μποτσουάνα» την κάνει ακόμη πιο δύσκολη. Στην Ελλάδα η κατάσταση δείχνει ακόμη χειρότερη. Οι δείκτες θνητότητας, με βάση τα στοιχεία του OurWorldinData, φέρνουν την χώρα μας μακράν στην πρώτη θέση στην Ευρώπη σε θανάτους ανά εκατομμύριο πληθυσμού.
Η ελληνική κυβέρνηση όμως εμφανίζεται η πλέον διστακτική μεταξύ όλων των ευρωπαίων στην λήψη περιοριστικών μέτρων και αυτό οφείλεται στον απόλυτο εγκλωβισμό της – εγκλωβισμό στις εξαντλημένες, από την μία πλευρά, αντοχές του συστήματος Υγείας και διαχείρισης της πανδημίας και στις επίσης πεπερασμένες, από την άλλη, αντοχές της οικονομίας.
Η κυβέρνηση έχει καταστήσει σε όλους τους τόνους σαφές, ότι δεν θέλει να πάρει περιοριστικά μέτρα και, πολύ περισσότερο, να προχωρήσει σε lockdown – ο τελευταίος που το είπε, ήταν χθες ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας. Ακόμη κι εάν το ήθελε, όμως, ή ακόμη κι εάν την αναγκάσει η εξέλιξη της πανδημίας να προχωρήσει σε περιοριστικά μέτρα, δεν έχει περιθώρια να στηρίξει τους κλάδους, που θα πληγούν οικονομικά. Και είναι εξαιρετικά αμφίβολο, εάν θα έχει και το «πράσινο φως» από την Ευρώπη για να το κάνει, μετά μάλιστα τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης στην Γερμανία και την τοποθέτηση του Κρίστιαν Λίντνερ, του σκληρού υπέρμαχου της δημοσιονομικής πειθαρχίας, στην θέση του υπουργού Οικονομικών.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, ο υπουργός Οικονομικών έχει καταστήσει σαφές, με στοιχεία και αριθμούς, στο Μαξίμου ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για διπλή στήριξη – δηλαδή, για μέτρα ανακούφισης των νοικοκυριών απέναντι στην ενεργειακή κρίση που όλα δείχνουν ότι θα ενταθεί τον χειμώνα, και για παράλληλα μέτρα αποζημίωσης επαγγελματιών και εργαζομένων που προφανώς θα πληγούν από ενδεχόμενο lockdown. Το μήνυμά του είναι, πως «ή θα γίνει το ένα, ή το άλλο – και τα δύο μαζί αποκλείονται».
Ο ίδιος εξηγεί στους συνομιλητές του, ότι το πρόβλημα δεν είναι ταμειακό (υπάρχει, πάντοτε, ικανό «μαξιλάρι», ρευστότητας) αλλά δημοσιονομικό. Με το έλλειμμα να τρέχει πάνω από 7% και με την Ελλάδα να καλείται να επιστρέψει σε πλεονάσματα από το 2023, περιθώρια για νέο δημοσιονομικό πακέτο στήριξης, όπως εξηγεί, δεν υπάρχουν.
Την ίδια στιγμή δεν υπάρχει πλέον και η υψηλή αναπτυξιακή δυναμική, που ακολούθησε τους πρώτους μήνες μετά το lockdown. Το ΑΕΠ μπορεί να κλείσει το 2021 με αύξηση ακόμη και πάνω από 7%, παραμένει όμως ακόμη μακράν κάτω από τα προ πανδημίας επίπεδα και οι εκτιμήσεις για το 2022 είναι σαφώς πιο μετριοπαθείς.
Ενδεικτικό «καμπανάκι», δε, της μεταστροφής των τάσεων θεωρείται και η οξεία επιβράδυνση στον ρυθμό αύξησης των αποταμιεύσεων που καταγράφηκε τον Οκτώβριο: Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας, οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν μόλις 11 εκατ. ευρώ τον Οκτώβριο, έναντι αύξησης κατά 441 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.
Βασικές αιτίες γι αυτή την κάθετη μείωση θεωρούνται η ενεργειακή κρίση και το μπαράζ ανατιμήσεων, καθώς και η πληρωμή ΕΝΦΙΑ και φόρου εισοδήματος, που φαίνεται πως ανέκοψαν το «κύμα» αύξησης των καταθέσεων για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Είναι το «κύμα», πάνω στο οποίο είχε επενδύσει η κυβέρνηση, για να τονωθεί η κατανάλωση τους επόμενους μήνες. Η επένδυση αυτή όμως φαίνεται πλέον να ακυρώνεται από την έκρηξη του ενεργειακού κόστους και την άνοδο του πληθωρισμού.
Μαρίνα Αλεξανδρή
tvxs.gr