“Ευχαριστούμε τον κόσμο αλλά η ευθύνη υπάρχει και αφορά άλλους» λέει ο πρόεδρος της Ένωσης Πυροσβεστών Ηπείρου στο J.W.
«Μετά από 24 ώρες ασταμάτητου αγώνα με τις φλόγες, χωρίς ύπνο, χωρίς φαγητό, χωρίς ούτε μια στιγμή ξεκούρασης, βρέθηκαν εγκαταλελειμμένοι στα σκαλοπάτια ξενοδοχείων και υπηρεσιών, προσπαθώντας να βρουν μια γωνιά να ξαποστάσουν», ανέφερε η αρχική ανακοίνωση, καταγγέλλοντας πλήρη έλλειψη μέριμνας.
Οι χαρακτηρισμοί «Ούτε ένα μπουκάλι νερό», «Ούτε ένας χώρος να ακουμπήσουν το κορμί τους» ήταν αρκετοί για να προκαλέσουν την έντονη αντίδραση μερίδας της τοπικής κοινωνίας, η οποία θεώρησε πως η αναφορά στον τόπο και τους ανθρώπους του ήταν προσβλητική – και ιδίως στη δημοτική αρχή.
Η αντίδραση ήταν τέτοια, που η Ένωση αναγκάστηκε να επανέλθει με δεύτερη ανακοίνωση, ξεκαθαρίζοντας πως ουδέποτε στράφηκε κατά των πολιτών ή του Δήμου Σικυωνίων, τον οποίο μάλιστα ευχαρίστησε δημόσια για τη συνδρομή του. Ωστόσο, όπως φαίνεται, ούτε αυτή η διευκρίνιση στάθηκε αρκετή για κάποιους που ζητούσαν κάτω από την ανακοίνωση της Ένωσης εξηγήσεις.
Σε επικοινωνία που είχε η Τζένη Σουκαρά με τον πρόεδρο της Ένωσης Πυροσβεστικού Σώματος Ηπείρου, κ. Παναγιώτη Λάμπρου, ξεκαθαρίστηκε ότι η αρχική καταγγελία δεν αποσύρεται, και ότι η στοχοθέτηση ήταν σαφής: οι ευθύνες ανήκουν αποκλειστικά στη φυσική και πολιτική ηγεσία δηλ. Αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος και το Υπουργείο Πολιτικής Προστασίας.
«Όταν ένα κλιμάκιο φεύγει για ενίσχυση, έχουν ήδη ληφθεί πρόνοιες για ύπνο, φαγητό και ξεκούραση. Στην περίπτωσή μας, όταν τα δύο αγήματα αποσύρθηκαν για ξεκούραση, δεν υπήρχαν διαθέσιμα δωμάτια στο ξενοδοχείο που είχε οριστεί. Ένα άγημα κοιμήθηκε στην Πυροσβεστική του Κιάτου, ενώ το άλλο υπέστη μεγάλη ταλαιπωρία μέχρι να βρεθεί λύση» μας είπε ο κ. Λάμπρου..
Η δεύτερη μέρα, αν και υπήρξε προσπάθεια εξεύρεσης λύσεων, δεν αναιρεί την ταλαιπωρία και την απουσία πρόβλεψης αφού και πάλι οι πυροσβέστες ήταν διασκορπισμένοι σε διάφορα καταλύματα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Λάμπρου:
«Μιλάμε για πυροσβέστες που επέστρεψαν εξαντλημένοι από την πρώτη γραμμή και περίμεναν μάταια επί ώρες να βρεθεί ένα κρεβάτι ή λίγη τροφή. Δεν κατηγορήσαμε ούτε τον Δήμο, ούτε τους πολίτες, ούτε τους εθελοντές που στάθηκαν δίπλα μας – το αντίθετο. Η πραγματικότητα όμως είναι αυτή. Και όσο και αν ενοχλεί κάποιους, ευθυνόμαστε για αυτά που γράφουμε, όχι για αυτά που ο καθένας καταλαβαίνει».
Η ένταση που ακολούθησε με αγανακτισμένους πολίτες αλλά και κάποιους που υποδύθηκαν τους “αγανακτισμένους” δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της καταγγελίας, αλλά και τον τρόπο που εκλαμβάνεται η δημόσια κριτική σε περίοδο κρίσης.
Γιατί δεν μπορεί να ζητούμε υπεράνθρωπες επιδόσεις και έπειτα να θυμώνουμε με τη φωνή της κόπωσης και της αγανάκτησης.
Σε κάθε περίπτωση, η ουσία παραμένει: οι πρώτοι που έδωσαν τη μάχη, δεν έλαβαν την αυτονόητη υποστήριξη τις πρώτες κρίσιμες ώρες. Και αυτό, σε μια χώρα που δοκιμάζεται κάθε χρόνο από τις φλόγες, δεν είναι απλώς παράλειψη – είναι αποτυχία σχεδιασμού.
Tζ. Σουκαρά