Αμυντική συμφωνία Ελλάδας-ΗΠΑ: Οι βάσεις, τα (μη) ανταλλάγματα και οι νέες γκρίζες ζώνες
Για πρώτη ίσως φορά στην σύγχρονη ιστορία της χώρας (και ανεξαρτήτως κυβέρνησης) η ανανέωση της συμφωνίας για τις αμερικανικές βάσεις υπογράφεται με όρους εθνικού επιτεύγματος. Στον απόηχο του ελληνογαλλικού εξοπλιστικού και αμυντικού deal, η πενταετής (επίσης για πρώτη φορά) ανανέωση της συμφωνίας με τις ΗΠΑ που υπογράφει την Πέμπτη ο Νίκος Δένδιας στην Ουάσιγκτον προβάλλεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη ως το νέο καθοριστικό βήμα αναβάθμισης του γεωστρατηγικού ρόλου της χώρας και ενίσχυσής της απέναντι στην «τουρκική απειλή».
Η συμφωνία προβλέπει τέσσερις επιπλέον βάσεις των ΗΠΑ στην Ελλάδα. Η μία από αυτές θα βρίσκεται κοντά στα χερσαία σύνορα με την Τουρκία στον Εβρο, ενώ μια δεύτερη βάση θα βρίσκεται σε νησί, που όμως δεν θα είναι η Σκύρος, καθώς αυτό το σενάριο φαίνεται να έχει κλείσει.
Προβλέπεται, ουσιαστικά, ότι, εκτός από τον ναύσταθμο της Σούδας, οι αμερικανοί θα αποκτήσουν θεσμοθετημένη πρόσβαση στο πεδίο βολής, στο Στρατόπεδο «Γιαννούλη» (στην Αλεξανδρούπολη), στο Πεδίο Βολής Λιτοχώρου Πιερίας και στο Στρατόπεδο «Γεωργούλα» (κοντά στην Αεροπορική Βάση Λάρισας και στη Βάση της Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο).
Όλα αυτά, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Γιάννη Οικονόμου συγκροτούν γεωπολιτική και γεωστρατηγική αναβάθμιση για την Ελλάδα διότι:
►Η συμφωνία φέρνει αμερικανική συμμαχική παρουσία στον Εβρο στέλνοντας ισχυρό μήνυμα αποτροπής στην Τουρκία
►Μετατρέπει την Αλεξανδρούπολη σε ενεργειακό κόμβο για τα Δυτικά Βαλκάνια
►Δημιουργεί αμερικανική βάση σε ελληνικό νησί – γεγονός, που αξιολογείται ως υψηλής σημασίας σημασίας ενώπιον των αναβαθμισμένων απειλών της Αγκυρας
►Δίνει την δυνατότητα μετακίνησης αμερικανικών δυνάμεων στα Βαλκάνια παρακάμπτοντας τα Στενά του Βοσπόρου – παρακάμπτοντας, δηλαδή, την Τουρκία.
Πίσω από την επιχειρησιακή και εξοπλιστική έξαρση της κυβέρνησης, ωστόσο, το πρώτο ζήτημα είναι, το γιατί επιλέγεται η πενταετής και όχι ετήσια ανανέωση της συμφωνίας όπως γινόταν μέχρι τώρα. Η Ουάσιγκτον, μάλιστα, επιμένει, πως μετά την πρώτη πενταετία η συμφωνία θα ανανεωθεί επ’ αόριστον. Επ’ αυτού το Μαξίμου επιμένει, πως δεν υπάρχει τέτοιο deal, οι πληροφορίες όμως αναφέρουν, πως το υπουργείο Εξωτερικών κινείται περισσότερο προς την αμερικανική πλευρά.
Το δεύτερο ερώτημα είναι, εάν και ποια ανταλλάγματα, παίρνει η Ελλάδα. Το έθεσε ο τομεάρχης Εξωτερικών του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος επισημαίνοντας: «Η εγκατάλειψη της πάγιας θέσης της χώρας για ετήσια ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας με ΗΠΑ με σύναψη επ’ αόριστον συμφωνίας δεν υπηρετεί τα εθνικά συμφέροντα. Ειδικά, μάλιστα, αν δεν υπάρξουν ουσιαστικές αμερικανικές δεσμεύσεις για ουσιαστική στήριξη των θέσεών μας».
Διπλωματικοί παράγοντες βλέπουν ακόμη μεγαλύτερο βάθος και παρασκήνιο στα ερωτήματα αυτά, εντάσσοντάς τα και στο παγκόσμιο γεωπολιτικό κάδρο. Βλέπουν σύνδεση της ελληνογαλλικής και της ελληνοαμερικανικής συμφωνίας και θεωρούν, πως η αγορά των γαλλικών φρεγατών Belh@rra εντάσσεται στο ευρύτερο deal της κυβέρνησης με τις ΗΠΑ: Η Ουάσιγκτον έδωσε το «πράσινο φως», για να αγοραστούν οι γαλλικές φρεγάτες, ως ( ελάχιστο ) αντιστάθμισμα για το τεράστιο κόστος που είχε το Παρίσι με την συμφωνία AUCUS και την απώλεια του συμβολαίου – μαμούθ για τα υποβρύχια με την Αυστραλία.
Στην δε απόληξη όλων αυτών βλέπουν την Ελλάδα, να παραδίδεται άνευ όρων και προϋποθέσεων στον σχεδιασμό του νέου αμερικανού δόγματος (του νέου «Ψυχρού Πολέμου» που ανοίγει η κυβερνηση Μπάιντεν με στρατηγικούς αντιπάλους πια την Ρωσία και την Κίνα). Κατά την κυβέρνηση η επιλογή αυτή ενισχύει την αμυντική και αποτρεπτική θέση της χώρας – κατά μια δεύτερη οπτική, όμως, μπορεί να σημαίνει και εγκατάλειψη της πολυμερούς εξωτερικής πολιτικής και αποδυνάμωση, «χρήσιμων και κρίσιμων» όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, διαύλων με την Μόσχα.
ΠΗΓΗ: tvxs.gr – Μαρίνα Αλεξανδρή