Κίνητρα για συγχωνεύσεις: Ο θάνατος των μικρών επιχειρήσεων και τα «ζόμπι» της ανεργίας
Το νομοσχέδιο δίνει φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα: Δίνει έκπτωση φόρου εισοδήματος 30% για τρία χρόνια εν είδει κινήτρου για συνενώσεις, μετασχηματισμούς και συνεργασίες μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, ενώ με τον ίδιο τρόπο πριμοδοτεί και τις ατομικές επιχειρήσεις που μετατρέπονται σε προσωπικές εταιρείες ή σε οποιασδήποτε άλλης μορφής εταιρεία.
Δίνει, επίσης, σε όσες επιχειρήσεις συγχωνευθούν προνομιακή πρόσβαση στα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την κυβέρνηση, θα αναπτυχθούν οικονομίες κλίμακας, οι οποίες αποτελούν «πολλαπλασιαστή» ανάπτυξης με βάση την νέα ευρωπαϊκή στρατηγική, αλλά και το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας και θα εκλείψει μια από τις βασικές παθογένειες της ελληνικής οικονομίας – η χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα που αποδίδεται στις μικρές επιχειρήσεις. Επιπλέον, όπως διαρρέουν με έμφαση κυβερνητικές πηγές, θα αντιμετωπιστεί και η φοροδιαφυγή, στην οποία επιδίδονται «κατά σύστημα» οι μικρές επιχειρήσεις μέσω της μη απόδοσης ΦΠΑ.
Στην πραγματικότητα, εκείνο που επικυρώνει το νομοσχέδιο, είναι το «δόγμα Ζαββού» και το «δόγμα Γεωργιάδη», για λουκέτο σε εκείνες τις επιχειρήσεις που η κυβέρνηση χαρακτηρίζει «ζόμπι»: Οσες επιχειρήσεις δεν συγχωνευθούν (εάν, δηλαδή, δεν πουληθούν σε άλλες μεγαλύτερες) θα κλείσουν, διότι δεν θα έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό.
Αυτό θα συμβεί για δύο λόγους: Πρώτον γιατί (με επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης και όχι της Ε.Ε.) οι συγχωνεύσεις τέθηκαν ως βασικό κριτήριο επιλεξιμότητας για τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Δεύτερον, γιατί η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα, που τα κονδύλια του Ταμείου Ανάπτυξης θα διατεθούν μέσω των συστημικών τραπεζών, άρα οι τράπεζες είναι κι εκείνες που θα καθορίζουν ποιοι θα είναι επιλέξιμοι για ευνοϊκή δανειοδότηση.
Η μέχρι τώρα ιστορία για τα κριτήρια αυτών των επιλογών, δεν αφήνει πολλά περιθώρια αμφιβολιών, για εκείνους στους οποίους θα κατευθυνθούν τα κεφάλαια: Με βάση τα στοιχεία που είχε δημοσιεύσει πρόσφατα η «Καθημερινή», το ένα τρίτο της τραπεζικής χρηματοδότησης μονοπωλούν 680 μεγάλες επιχειρήσεις, επί συνόλου 821.000 σε όλη την ελληνική επικράτεια: Αυτές οι 680 επιχειρήσεις είχαν το καλοκαίρι υπόλοιπα δανείων στις τράπεζες ύψους 24,4 δις ευρώ, ενώ ένα σύνολο 59.800 μικρομεσαίων επιχειρήσεων είχαν αντίστοιχα υπόλοιπα δανείων ύψους 41,4 δις ευρώ.
Η φθηνή χρηματοδότηση, δηλαδή, κατευθύνεται σταθερά σε ένα ελάχιστο ποσοστό των ελληνικών επιχειρήσεων: Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης Πισσαρίδη, από τις συνολικά 821.000 επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα οι 800.000 είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις – απασχολούν δηλαδή από 0 έως 9 εργαζόμενους.
Από αυτές περισσότερες από 400.000 ανήκουν στην κατηγορία των πάρα πολύ μικρών, είναι δηλαδή είτε μονοπρόσωπες, είτε απασχολούν έως 2 με 3 εργαζόμενους. Πρόκειται για τις επιχειρήσεις που κατά τον Αδωνι Γεωργιάδη ανήκουν στην κατηγορία εκείνη που «στην Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχουν πρόσβαση στις τράπεζες».
Πλέον, με το νομοσχέδιο των «κινήτρων» υπέρ των συγχωνεύσεων, αυτές ακριβώς οι επιχειρήσεις δεν έχουν άλλη επιλογή: Ή θα πωληθούν ή θα κλείσουν.
Ακόμη όμως κι εάν συγχωνευθούν, το αμέσως επόμενο ζήτημα είναι, τι θα γίνουν οι εργαζόμενοί τους. Σε κάθε επιχείρηση ξεχωριστά οι εργαζόμενοι αυτοί μπορεί να είναι λίγοι, αθροιζόμενοι ωστόσο αποτελούν το 62% του συνολικού εργατικού δυναμικού του ιδιωτικού τομέα. Η δε παγκόσμια εμπειρία λέει, πως το μοντέλο των συγχωνεύσεων και εξαγορών δεν διασφαλίζει τις θέσεις εργασίας, συνήθως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ως εκ τούτου, έχει ενδιαφέρον να απαντήσει η κυβέρνηση, ποιες εγγυήσεις θα δώσει, εάν πρόκειται να δώσει, προκειμένου οι συγχωνεύσεις και οι «οικονομίες κλίμακας» να μην φέρουν νέες στρατιές ανέργων.
ΠΗΓΗ: tvxs.gr – Μαρίνα Αλεξανδρή