Η απειλή του χρέους και της νέας λιτότητας
Για την ακρίβεια δεν συνάδει όχι τόσο με τις εκτιμήσεις που υπάρχουν για φέτος, αλλά για τα όσα μπορεί να έπονται το 2023, και μετά τον βαρύ και δύσκολο χειμώνα που προβλέπουν διεθνείς οίκοι, τράπεζες και αναλυτές για την Ευρώπη.
Ο συμπληρωματικός προϋπολογισμός των 2,9 δις ευρώ που κατατέθηκε για να καλυφθούν τα νέα έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, αναμένεται να ανεβάσει το συνολικό κόστος του πακέτου στήριξης στα 13 δις ευρώ. Με δεδομένο, όμως, ότι δεν προέρχεται το σύνολο των χρηματοδοτήσεων από τα κρατικά ταμεία, η τελική πρόσθετη επιβάρυνση για τον προϋπολογισμό εκτιμάται, ότι δεν θα ξεπεράσει τα 2 δις ευρώ. Δεν πρόκειται για αμελητέο ποσό, κρίνεται όμως ότι είναι διαχειρίσιμο.
Η πρώτη του επίπτωση, που θεωρείται δεδομένη σύμφωνα με πηγές του οικονομικού επιτελείου, είναι, πως θα μειώσει σημαντικά (εάν δεν εξανεμίσει τελείως) το πλεόνασμα του 2023. Η Ελλάδα, με δεδομένη την παράταση της ευρωπαϊκής ρήτρας ευελιξίας, δεν είναι υποχρεωμένη να εμφανίσει πλεόνασμα 2% τον επόμενο χρόνο (όπως προέβλεπαν οι αρχικές μεταμνημνονιακές δεσμεύσεις), ο στόχος όμως μέχρι τώρα ήταν η σταδιακή επιστροφή στην δημοσιονομική πειθαρχία με ένα πλεόνασμα της τάξης του 1,1%.
Αυτός ο στόχος δεν είναι πλέον ρεαλιστικός, ειδικά μετά και το νέο πακέτο επιδοτήσεων των λογαριασμών ρεύματος που θα τεθεί σε ισχύ από τον Οκτώβριο και ο πήχης κατεβαίνει σημαντικά: Το πιθανότερο σενάριο είναι πια εκείνο ενός ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ή στην καλύτερη περίπτωση ένα οριακό πλεόνασμα, εάν ο ρυθμός ανάπτυξης ξεπεράσει το 2%.
Και αυτό το σενάριο ωστόσο θεωρείται διαχειρίσιμο από το υπουργείο Οικονομικών, καθώς εκτιμάται ότι θα «περάσει» από τις Βρυξέλλες και από την μεταμνημονιακή εποπτεία των δανειστών εν μέσω γενικού κλίματος πολιτικής ευελιξίας σε όλη την Ευρώπη.
Εκεί ωστόσο που δεν υπάρχει εφησυχασμός, είναι για το τι θα γίνει μετά, και κυρίως για το ποια θα είναι η τελική επίπτωση του διπλού αρνητικού μίγματος: Αφενός των αυξημένων δημοσιονομικών δαπανών για την αντιστάθμιση του ενεργειακού κόστους και, αφετέρου, των αλλεπάληλων αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.
Οι αυξήσεις αυτές δεν απειλούν μόνον να «κουρέψουν» τους στόχους για την ανάπτυξη, αφού επιβραδύνουν την οικονομία, αλλά κυρίως ανεβάζουν επικίνδυνα το ήδη υψηλό κόστος δανεισμού.
Προχθές, στην «μαύρη Τρίτη» των διεθνών χρηματιστηρίων, η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου έφθασε στο 4,3% – επίπεδο που κινείται ήδη στην ζώνη συναγερμού της ΕΚΤ. Με δεδομένο ότι οι αυξήσεις επιτοκίων θα συνεχιστούν και τους επόμενους μήνες και ο πληθωρισμός δεν αναμένεται να μπει σε ουσιαστική πορεία αποκλιμάκωσης πριν από την άνοιξη του 2023 (στο καλό σενάριο), η απειλή του υψηλού κόστους δανεισμού γίνεται όλο και πιο έντονη.
Και ο φόβος, που δεν ομολογείται από την κυβέρνηση, αλλά συζητείται έντονα στις κλειστές συσκέψεις του οικονομικού επιτελείου, είναι, πως μετά το 2023 και αφού περάσει η περίοδος χάριτος λόγω της πανευρωπαϊκής ενεργειακής κρίσης, η Ελλάδα είναι πιθανό να βρεθεί ενώπιον επιδείνωσης του προφίλ του χρέους της. Και κατ’ επέκταση να βρεθεί και ενώπιον πίεσης από τους δανειστές για ταχύτερη και πιο έντονη δημοσιονομική προσαρμογή και για πλεονάσματα υψηλότερα από το 2% – ήτοι, για εφαρμογή νέου προγράμματος ήπιας λιτότητας.
Μαρίνα Αλεξανδρή
tvxs.gr