Εξωτερική πολιτική σε ναρκοπέδιο
Η βασική πηγή προβληματισμού, τον οποίο πέραν της αντιπολίτευσης δεν κρύβουν ούτε και αρκετοί βουλευτές της ΝΔ καθώς και διπλωματικοί παράγοντες, είναι η επιμονή της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού στην ανάδειξη της Ελλάδας σε αιχμή του νατοϊκού δόρατος στην ανατολική Μεσόγειο. Ενός δόγματος, που ενισχύεται περαιτέρω με την αποστολή και νέου βαρέως οπλισμού στην Ουκρανία.
Ο προβληματισμός αυτός εντείνεται από το γεγονός, ότι οι αποφάσεις για κλιμάκωση της ελληνικής εμπλοκής στο ουκρανικό μέτωπο λαμβάνονται και εκτελούνται στο παρασκήνιο, με κόμματα και κοινή γνώμη μάλιστα να πληροφορούνται δύο φορές το τελευταίο διάστημα τις κινήσεις της κυβέρνησης από ξένους δυτικούς αξιωματούχους. Ηταν ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Λόιντ Οστιν και ο γερμανός καγκελάριος Ολαφ Σολτς, που αποκάλυψαν τις νέες αποστολές όπλων (και τεθωρακισμένων πλέον) στην Ουκρανία, για να γνωστοποιηθεί στην συνέχεια, ότι προϋπήρξαν διαπραγματεύσεις και συνομιλίες με συμμετοχή της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας.
Ειδικά σε ότι αφορά την αποστολή τεθωρακισμένων στην Ουκρανία, το βασικό ερώτημα που τίθεται από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, είναι εάν έχουν συνυπολογιστεί οι κίνδυνοι που συνεπάγεται για την χώρα μας η περαιτέρω εμπλοκή της στον πόλεμο και, δη, χωρίς να υπάρχουν μέχρι στιγμής ορατά ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Χαρακτηριστικά εδώ είναι τα ερωτήματα που απηύθυνε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας με την συνέντευξή του στο newsbomb.gr, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό ότι «ασκεί Ι.Χ. εξωτερική πολιτική» και ότι οδηγεί την Ελλάδα «σε εθνική στρατηγική Παπάγου».
«Πόσο βαθιά μας εμπλέκει σε έναν πόλεμο; Και τι κινδύνους εγκυμονεί η απόφασή του να δώσει βαρυ οπλισμό και τεθωρακισμένα στην Ουκρανία;», ρώτησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.
Αντιδράσεις υπήρξαν και από το ΚΙΝΑΛ και το ΚΚΕ με τα περισσότερα κόμματα να ζητούν ενημέρωση της Βουλής, την οποία απορρίπτει η κυβέρνηση, ενώ έμπειροι στρατιωτικοί παράγοντες εντοπίζουν και πρόσθετα επιχειρησιακά στοιχεία ανησυχίας, στην απόφαση να αποσταλούν στην Ουκρανία παλαιά ανατολικής κατασκευής τεθωρακισμένα που σταθμεύουν στα νησιά και να αντικατασταθούν με άλλα άρματα γερμανικής κατασκευής. Όπως επισημαίνουν, υπάρχουν κενά τόσο ως προς τον τρόπο που θα γίνει η ανταλλαγή και εάν αυτή θα αποδυναμώσει την άμυνα των νησιών του Αιγαίου σε μια περίοδο κλιμακούμενης τουρκικής παραβατικότητας, όσο και ως προς το αξιόμαχο των αρμάτων που θα διαθέσει στην Ελλάδα η Γερμανία.
Την ίδια στιγμή, διπλωματικές πηγές θέτουν δύο ακόμη ερωτήματα, για την πολιτική που επιλέγει η κυβέρνηση: Το πρώτο είναι, το γιατί δεν διαθέτει απ’ ευθείας η Γερμανία τα άρματα στην Ουκρανία και το κάνει μέσω Ελλάδας. Κι εδώ αρκετοί είναι εκείνοι που υπονοούν, πως το Βερολίνο δεν επιθυμεί να έρθει σε μετωπική αντιπαράθεση με την Ρωσία και βάζει μπροστά την χώρα μας.
Το δεύτερο είναι, ποια ανταλλάγματα έχει διασφαλίσει η ελληνική κυβέρνηση από τις ΗΠΑ, για να εφαρμόσει «αμερικανική διπλωματία επί ευρωπαϊκού εδάφους», όπως λέγεται χαρακτηριστικά. Η επισήμανση αυτή αφορά κυρίως την σύγκρουση με την Τεχεράνη μετά την κατάσχεση στην Κάρυστο πλοίου που μετέφερε ιρανικό πετρέλαιο (μια κατάσχεση, που έγινε με βάση το πλαίσιο των αμερικανικών και όχι ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Ρωσίας).
Μαρίνα Αλεξανδρή
tvxs.gr