Έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Ταγαράς σε ηλικία 70 ετών
Ο Νίκος Ταγαράς νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, όπου άφησε την τελευταία του πνοή το βράδυ της Παρασκευής, σκορπίζοντας θλίψη στην οικογένειά του, στους συνεργάτες του και στον πολιτικό κόσμο.
Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε κύμα συγκίνησης, με πολιτικούς φίλους και αντιπάλους να αποχαιρετούν έναν άνθρωπο που υπηρέτησε επί δεκαετίες την αυτοδιοίκηση και την κεντρική πολιτική σκηνή με συνέπεια και χαμηλούς τόνους.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η ανάρτηση του γιου του, Χρήστου, ο οποίος έγραψε:
«Καλό ταξίδι στο ΦΩΣ Πατέρα μου. Ήσουν και θα είσαι ο παντοτινός σούπερ ήρωάς μου. Τώρα θα ξεκουραστείς. Σε αγαπώ πολύ».
Ο Νίκος Ταγαράς γεννήθηκε το 1956 στο Χιλιομόδι Κορινθίας. Σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και από νωρίς συνδύασε την επιστημονική του ιδιότητα με την ενασχόλησή του με τα κοινά.
Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στην Πολεμική Αεροπορία ως έφεδρος ανθυποσμηναγός, συμμετέχοντας ως επιβλέπων μηχανικός σε σημαντικά έργα και εγκαταστάσεις.
Η αυτοδιοικητική του διαδρομή ξεκίνησε από την ιδιαίτερη πατρίδα του. Διετέλεσε κοινοτάρχης Χιλιομοδίου από το 1987 έως το 1994 και στη συνέχεια δήμαρχος Τενέας την περίοδο 1999-2002. Παράλληλα, ανέλαβε σημαντικές θέσεις ευθύνης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και στους επιστημονικούς φορείς της Πελοποννήσου.
Από το 2003 έως το 2010 υπηρέτησε ως νομάρχης Κορινθίας, αφήνοντας έντονο αποτύπωμα σε έργα υποδομών και αναπτυξιακές παρεμβάσεις στην περιοχή.
Ο Νίκος Ταγαράς εξελέγη βουλευτής Κορινθίας με τη Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του 2012 και επανεξελέγη σε διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, διατηρώντας στενή σχέση με τους πολίτες της Κορινθίας.
Το 2014 ανέλαβε καθήκοντα αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην κυβέρνηση του Αντώνης Σαμαράς, ενώ από τον Αύγουστο του 2020 υπηρετούσε ως υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην κυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης.
Κατά τη θητεία του στο υπουργείο ασχολήθηκε με ζητήματα πολεοδομίας, χωροταξίας και περιβαλλοντικού σχεδιασμού, διατηρώντας προφίλ συναινετικού πολιτικού και αποφεύγοντας τις υψηλές πολιτικές εντάσεις.